Where the lost seedlings go

Posted: 17/06/2017 by arilab in General

A BLOG AND REPOSITORY ABOUT FOREST GENETICS, GENOMICS AND ECOLOGICAL GENETICS

Walk down a wild forest in spring (or during the rainy season, if you are walking down a tropical forest). You’ll walk on a carpet of tree seedlings, growing from the seeds dispersed by the trees in the canopy above your head.

It is a spectacular view, that gives you the feeling of how powerful forest dynamics are. It is also amazing to see all those tiny cubs, sitting at the feet of their enormous mothers.

pyramid

But there is also a tragic side to this. Look better: there are much fewer saplings, even fewer sub-adults. No matter the tree species, most of those youngsters will die soon and suddenly, in a massacre that makes WWI trench warfare pale in comparison. The pyramid of ages is very steep.

What does this slaughter tell us about how forest ecosystems work? Jean-Pierre Pascal (‘JPP’), a brilliant and witty, now retired, CNRS (France)…

View original post 591 more words

This website contains all existing manuals tutorials and guides that one may need to work with R statistics. A powerful tool for analysis!

Source: The absolute source of R tutorials, manuals and guides

Lewontin
του Αριστοτέλη Παπαγεωργίου

Εισαγωγή
Η εξελικτική βιολογία δεν είναι απλή επιστήμη. Η πορεία της δείχνει μια συνθετική διαδρομή από διαφορετικά – εν πολλοίς αντικρουόμενα – επιστημονικά πεδία, που μοιάζει να συγχωνεύονται σε μια ενιαία θεωρία κατά το μισό περίπου του 20ού αιώνα, 100 χρόνια από τη διατύπωση της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου. Στη συνέχεια, με τα εργαλεία που παρείχε η αλματώδης ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας, η εξελικτική βιολογία αποκτά πειραματική συνιστώσα και διακλαδώνεται πλέον ερχόμενη σε επαφή με άλλους κλάδους της επιστήμης, από τα μαθηματικά και τη βιοχημεία, μέχρι τη φιλοσοφία και τη θεολογία. Επιπλέον, σχετίζεται άμεσα με εφαρμογές της σύγχρονης ζωής, όπως είναι η παραγωγή και η διακίνηση των τροφίμων, η ανθρώπινη υγεία και η πρόοδος της κοινωνίας.

Ο Richard C. Lewontin συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγάλους θεωρητικούς της εξελικτικής βιολογίας. Ανδρώνεται επιστημονικά την περίοδο της λεγόμενης “Νεοδαρβινικής Σύνθεσης”, της θεμελίωσης δηλαδή της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας μέσα από τη σύζευξη της μενδελικής γενετικής και της βιομετρικής προσέγγισης των δαρβινιστών, κάνοντας το διδακτορικό του στο εργαστήριο του Theodosius Dobzhansky, πρωτεργάτη της σύνθεσης αυτής. Στη συνέχεια ο Lewontin γίνεται θεμελιωτής της πειραματικής ανάπτυξης της πληθυσμιακής γενετικής μέσα από την επινόηση της τεχνικής των ισοενζύμων και της ηλεκτροφόρησης, μαζί με τον J.L. Hubby (Hubby & Lewontin 1966). Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν οι πρώτοι μοριακοί δείκτες και μετρήθηκε εργαστηριακά η γενετική ποικιλότητα. Χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα των μοριακών δεικτών, ο Lewontin διατυπώνει πρωτοποριακές θεωρίες σχετικά με την αλληλεπίδραση των γενοτύπων με το περιβάλλον τους, αποδεικνύοντας ότι η αλληλεπίδραση αυτή είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτήν που δείχνουν τα μαθηματικά μοντέλα. Με τη θεωρία των πολυμορφισμών (Lewontin 1985), συνδέει τις θεωρητικές – ως τότε – εξισώσεις της γενετικής πληθυσμών και ιδιαίτερα της φυσικής επιλογής με τα μοτίβα που δίνουν οι πειραματικές εργασίες.

Ο Lewontin δημοσιεύει από το 1952 μέχρι σήμερα ανελλιπώς, τόσο θεωρητικές και πειραματικές εργασίες σε επιστημονικά περιοδικά, όσο και σημαντικά διδακτικά βιβλία βιολογίας και γενετικής, όπως είναι το “The Genetic Basis of Evolutionary Change” (Lewontin 1974) και το πιο κλασσικό ίσως πανεπιστημιακό σύγγραμμα γενετικής “An Introduction to Genetic Analysis” μαζί με άλλους σημαντικούς γενετιστές (Griffiths et al. 2000).

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο Lewontin βάζει στο στόχαστρο τον λεγόμενο “γενετικό ντετερμινισμό” και καταπιάνεται σε μεγάλο βαθμό με την εξελικτική γενετική του ανθρώπινου είδους. Δημοσιεύει μια εργασία ορόσημο για τη γενετική ποικιλότητα και διαφοροποίηση των ανθρώπινων φυλών, αποδεικνύοντας πως η έννοια “ράτσα” δεν υφίσταται βιολογικά (Lewontin 1972). Το 1979 δημοσιεύει μαζί με τον Stephen J. Gould μια εναλλακτική πρόταση στον “ορθόδοξο” δαρβινισμό που θεωρεί τη φυσική επιλογή ως το πρωτογενές αίτιο κάθε μορφής ζωής: Οι Gould και Lewontin προτείνουν ότι η εξέλιξη λειτουργεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό μέσα από πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ χαρακτήρων μέσα στους οργανισμούς, ώστε τελικά ο οργανισμός να είναι η “μονάδα” της εξέλιξης και όχι το γονίδιο, κάτι που υποστηρίζουν πως βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην αρχική σκέψη του Δαρβίνου (Gould and Lewontin 1979).

Έχοντας ήδη δημιουργήσει πρωτοποριακό έργο στην εξελικτική βιολογία, προτείνοντας βελτιώσεις στη νεοδαρβινική σύνθεση και αμφισβητώντας ανοιχτά τον παραδοσιακό δαρβινισμό που εξέφραζε ο δάσκαλός του Dobzhansky (Singh et al. 2001), ο Lewontin ξεκινά μια μακροχρόνια ενασχόληση με την επιστημονική δεοντολογία και με τη σύνδεση επιστήμης – κοινωνίας. Σαν επιστήμονας γίνεται περισσότερο γνωστός για τη μάχη του ενάντια στο γενετικό ντετερμινισμό και την υπεραπλούστευση της βιολογίας. Το πολιτικό και κοινωνικό του έργο παραμένει συνδεδεμένο με την εξέλιξη και τη βιολογία, αλλά επεκτείνεται πλέον στην κοινωνική επιστήμη, την αγροτική οικονομία, την ηθική και τη φιλοσοφία. Στην πορεία του αυτή ο Lewontin αποκτά θαυμαστές και φίλους, αλλά και φανατικούς αντιπάλους. Χωρίς να φοβάται να εκθέσει το εντυπωσιακό του επιστημονικό προφίλ, ακολουθεί πιστά μια πορεία αντιπαράθεσης με δημοφιλείς και “ορθόδοξες” πρακτικές και προσεγγίσεις της επιστήμης από την κοινωνία, την πολιτική και τη δημοσιογραφία. Στο κείμενο αυτό θα γίνει μια σύντομη ανασκόπηση της κοινωνικής και πολιτικής επίδρασης του Lewontin στην εποχή μας και ιδιαίτερα όσο αφορά στην αμφισβήτηση του κοινωνικού δαρβινισμού και του γενετικού ντετερμινισμού.

Ο γενετικός ντετερμινισμός και οι ρίζες του
Ο “βιολογικός ντερεμινισμός” είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πεποίθηση ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά ελέγχεται κυρίως ή ακόμα και αποκλειστικά από τη βιολογική φύση μας (Ridley 2003). Η άποψη αυτή φαντάζει αρχικά παράλογη σε κάποιον που γνωρίζει στοιχειωδώς βιολογία. Είναι όμως ιδιαίτερα διαδεδομένη στην κοινωνία και έχει κατά καιρούς τροφοδοτήσει ακραίες και επικίνδυνες ιδεολογίες. Αλλά και στον επιστημονικό κόσμο, υπάρχουν αξιόλογοι μελετητές του χώρου της βιολογίας που κατά καιρούς εκφράζουν παραλλαγές της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου, όπου δίνεται έμφαση κυρίως στο γονίδιο και στη σημασία του για τη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών των έμβιων ειδών.51XN47PKP6L

Ο “γενετικός ντετερμινισμός” είναι εξειδίκευση του βιολογικού ντετερμινισμού και βασίζεται στην άποψη ότι το γονίδιο είναι η βάση της μορφολογίας και του ενστίκτου των οργανισμών. Πρόκειται για επιστημονική θεωρία που αναπτύχτηκε αρχικά από τον αυστριακό θεωρητικό August Weismann το 1890, πριν ακόμα ανακαλυφθούν οι νόμοι του Mendel. Ο Weissmann θεώρησε ότι ο κρίσιμος παράγοντας για την επιβίωση των οργανισμών δεν είναι οι ίδιοι οι οργανισμοί (όπως είχε προτείνει ο Δαρβίνος από το 1860) αλλά συγκεκριμένες χημικές ουσίες που αυτοί διαθέτουν, όπως είναι το DNA (που αναγνωρίστηκε αργότερα σαν το μόριο της κληρονομικότητας). Αν και το DNA είναι πράγματι φορέας κληρονομικότητας, η θεωρία αυτή έχει αποδειχτεί εσφαλμένη, κυρίως για τον τρόπο μεταβίβασης των χαρακτήρων από γενιά σε γενιά και για την ανάπτυξη των οργανισμών. Μια διορθωμένη και ιδιαίτερα ελκυστική εκδοχή της θεωρίας αυτής εκφράζεται από τον πολυγραφότατο και πολύ επικοινωνιακό εξελικτικό βιολόγο Richard Dawkins με το βιβλίο του «Το Εγωιστικό Γονίδιο» του 1976. Ο Dawkins διατυπώνει την άποψη ότι οργανισμοί με κοινά γονίδια τείνουν να δείχνουν αλτρουισμό σε προσαρμοστικό επίπεδο. Θεωρεί το γονίδιο ως μονάδα της εξέλιξης, το μόριο του DNA που χτίζει τον οργανισμό σαν όχημα για τη μεταφορά του στις επόμενες γενιές (Dawkins 1976). Ο Lewontin, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αντιτίθεται στη θεωρία αυτή σε πολλά γραπτά του.

Σήμερα ο γενετικός ντερεμινισμός, παρά τη μερική επιστημονική του υιοθέτηση, τείνει να γίνει κυρίαρχη ιδεολογία στην κοινωνία, τόσο στην εφαρμοσμένη ανθρώπινη βιολογία, όσο και σε εκλαϊκευμένα έντυπα και ΜΜΕ (Mehta 2014). Έτσι βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από ειδήσεις στα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα σχετικά με την ανακάλυψη του γονιδίου της μίας ή της άλλης ασθένειας, της γενετικής βάσης της συμπεριφοράς, των σεξουαλικών προτιμήσεων, της βιαιότητας και του εγκλήματος, της επαγγελματικής ικανότητας και επιτυχίας, της ευφυίας, των συναισθημάτων και άλλων ιδιοτήτων του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτό δίνεται έμφαση στη γενετική παράμετρο των χαρακτήρων αυτών και όχι στο περιβαλλοντικό σκέλος τους, που στους ανθρώπους είναι πολύ συχνά οι κοινωνικές συνθήκες. Κατ’ επέκταση, η κοινή γνώμη τείνει να πειστεί πως τα γονίδια ευθύνονται για πολλά φαινόμενα της κοινωνίας μας. Αυτή η άποψη είναι επιστημονικά εσφαλμένη (Lewontin 1977). Σαφώς υπάρχουν κληρονομικές ασθένειες και κληρονομούμενες ιδιότητες στους ανθρώπους, αλλά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των χαρακτηριστικών, ιδιαίτερα αυτά που αφορούν την κοινωνική συμπεριφορά, οφείλονται κυρίως στη σύνθετη φύση του περιβάλλοντος και της κοινωνίας. Οι επικριτές του γενετικού ντετερμινισμού θέτουν κυρίως το ζήτημα των προτεραιοτήτων: αν δεχτούμε πως τα γονίδια φταίνε για όλα, σταματούμε να προσπαθούμε να βρούμε κοινωνικές λύσεις στα προβλήματα. Υιοθετούμε εύκολα αφορισμούς και μονοδιάστατες απόψεις και πολλές φορές προχωρούμε σε παράλογες και επικίνδυνες ενέργειες. Έτσι βλέπουμε να δημιουργείται πανικός για τις αυξημένες πιθανότητες που μπορεί να έχει κάποιος να προσβληθεί από κάποια ασθένεια. Ή ακόμα και δημιουργούνται κερδοσκοπικές ιατρικές προγνωστικές αναλύσεις που δεν προσφέρουν τίποτε παραπάνω από μια σειρά αβέβαιες πιθανότητες εμφάνισης της μίας ή της άλλης ασθένειας. Παρατηρούμε αλλαγές στις πολιτικές των ασφαλιστικών οργανισμών και συστημάτων και ίσως σε λίγο καιρό να ζήσουμε καταστάσεις εργασιακών συνθηκών που σήμερα βρίσκουμε στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Ο γενετικός ντετερμινισμός παντρεύεται εύκολα με την “ευγονική *” και μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες κοινωνικές καταστάσεις. Όσο δε αφορά την έρευνα, οι εσφαλμένες – επιστημονικά – απόψεις της κοινής γνώμης δεν είναι ανώδυνες, καθώς συχνά καθοδηγούν και δημιουργούν τάσεις χρηματοδότησης και προτίμησης για υποστήριξη σε συγκεκριμένα επιστημονικά πεδία, αγνοώντας άλλες – πιθανόν πιο σημαντικές – επιστημονικές δραστηριότητες.

 R_Lewontin_teach_small
Οι κοινωνικές παρεμβάσεις του R.C. Lewontin

Ο Lewontin, οπλισμένος με το βαρύ επιστημονικό του όνομα, επιτίθεται δημόσια και έντονα ενάντια σε πολλές μορφές εμφάνισης του βιολογικού ή γενετικού ντερεμινισμού. Όπως αναφέρθηκε πριν, το 1976 δημοσιεύεται το “Εγωιστικό Γονίδιο” του Richard Dawkins (Dawkins 1976), ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του λεγόμενου “ορθόδοξου δαρβινισμού”. Το έργο αυτό γίνεται γνωστό, όχι μόνο στον επιστημονικό κόσμο αλλά και στο ευρύ κοινό. Την άποψη του Dawkins αμφισβήτησε ανοιχτά και πολλές φορές με σκληρές κριτικές σε πολέμιο κλίμα μια ομάδα εξελικτικών βιολόγων με κύριο εκφραστή της τον Stephen Jay Gould (Sterenly 2001). O Lewontin, φίλος και συνεργάτης του Gould (π.χ. Gould and Lewontin 1979) δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος στην αντιπαράθεση αυτή (Lewontin 1977). Ο Dawkins στο βιβλίο του θεωρεί το γονίδιο σαν τη μονάδα της εξέλιξης και για να δώσει έμφαση στο επιχείρημα αυτό παρομοιάζει τον οργανισμό σαν μια μηχανή, προγραμματισμένη από τα γονίδιά της. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τελικά η εξελικτική ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο την ιστορία των γραμμών καταγωγής διαφορετικών προσαρμογών. Ο Lewontin αντιδρά στις απόψεις αυτές και θεωρεί ότι η υπερβολική προσήλωση των εξελικτικών βιολόγων στην προσαρμογή είναι μια υπεραπλούστευση της πολυπλοκότητας της εξελικτικής διαδρομής των οργανισμών. Για τον Lewontin είναι αδύνατη η πλήρης κατανόηση των έμβιων όντων, αν συνεχίσουμε να θεωρούμε τα γονίδια, τους οργανισμούς και το περιβάλλον ως ξεχωριστές οντότητες με διακριτό ρόλο. Ο Lewontin πιστεύει – και τεκμηριώνει την πίστη αυτή σε συγκεκριμένες εργασίες του (π.χ. Lewontin 2000) – ότι ένας οργανισμός είναι η μοναδική συνέπεια της αλληλεπίδρασης γονιδίων και περιβάλλοντος. Απορρίπτει την κλασσική ιδέα, ότι τα γονίδια καθορίζουν τον οργανισμό και στη συνέχεια αυτός προσαρμόζεται στο περιβάλλον του. Αντίθετα πιστεύει ότι οι οργανισμοί κατά τη διαδικασία της ανάπτυξή τους κάτω από τις δικές τους συνθήκες, δημιουργούν, διαμορφώνουν και τελικά επιλέγουν το περιβάλλον στο οποίο θα ζήσουν. Μέσα από το σκεπτικό αυτό ο Lewontin προτείνει τρία βασικά στοιχεία που επηρεάζουν τα χαρακτηριστικά των οργανισμών, τα γονίδια, το περιβάλλον και ο οργανισμός ο ίδιος. Το θεωρητικό αυτό σχήμα της εξελικτικής προσαρμογής ονομάστηκε από τον ίδιο “τριπλή έλικα” (tripple helix) (Lewontin 2000) σε αντιδιαστολή προς τη διπλή έλικα, που αποτελεί το γνωστό σχήμα του μορίου του DNA, φορέα των γονιδίων.

Το αν τα χαρακτηριστικά έχουν αυστηρά γενετικό υπόβαθρο ή επηρεάζονται από κάτι πιο σύνθετο, δεν έχει μόνο θεωρητικό ενδιαφέρον. Το 1969 ο Arthur Jensen, ερευνητής παιδαγωγός, δημοσίευσε την εργασία “How much can we boost I.Q. and scholastic achievement?”, όπου ισχυρίστηκε ότι ο δείκτης I.Q. έχει υψηλό συντελεστή κληρονομικότητας, αποτελεί δηλαδή γνώρισμα που οφείλεται στη δράση των γονιδίων και λιγότερο στο περιβάλλον. Ο Jensen συνεχίζει και ισχυρίζεται ότι οι διαφορές στο I.Q. μεταξύ παιδιών του λευκού και του μαύρου πληθυσμού στις ΗΠΑ οφείλονταν κυρίως σε γενετικές διαφορές (Jensen 1969). Το άρθρο αυτό ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις. Στο άρθρο του “The Analysis of Variance and the Analysis of Causes” (1976), ο Lewontin ισχυρίστηκε πως η ανάλυση διακύμανσης, βασική στατιστική μεθοδολογία για τον υπολογισμό του συντελεστή κληρονομικότητας, αποτυγχάνει να εντοπίσει γενετικές αιτίες. Τα επιχειρήματα αυτά του Lewontin αποτελούν σήμερα τη βάση για ένα μέτωπο επιστημονικό και κυρίως φιλοσοφικό απέναντι στο γενετικό ντερεμινισμό. Ένας πιο πρόσφατος υπέρμαχος των συντελεστών κληρονομικότητας είναι και ο Neven Sesardic (π.χ. 1993), του οποίου τις απόψεις αντιμετώπισε επίσης ο Lewontin (1993). Η διαμάχη αυτή αφορούσε τη μεθοδολογία των ερευνών αυτών και κατά συνέπεια την ορθότητα των συμπερασμάτων τους. Ο Lewontin υποστηρίζει ότι οι παράγοντες του περιβάλλοντος και οι γενετικές καταβολές είναι έννοιες τόσο αλληλένδετες, ώστε είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο αυτές να διαχωριστούν με βάση την ανάλυση διακύμανσης. Ο Sesardic, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών αιτιών δεν αποτελούν σοβαρά εμπόδια για τον εντοπισμό γενετικών αιτιών. Βάζοντας ιδεολογικές και φιλοσοφικές διαστάσεις στις αντιδικίες αυτές, ειδικά στο θέμα του I.Q., ο Lewontin θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος να μπορέσει η κοινωνία να προοδεύσει είναι να εξισώσει τη στάση της απέναντι στους ανθρώπους ανεξαρτήτως της ράτσας τους και όχι να δεχτεί εξ αρχής ότι οι μαύροι έχουν χαμηλότερη απόδοση στα τεστ I.Q. σαν σταθερά.

Ειδικά σε θέματα διαχωρισμού των ανθρώπινων φυλών, ο Lewontin απέδειξε μέσα από γενετικές μελέτες σε πληθυσμούς ανθρώπων, ότι ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε ράτσες είναι βιολογικά αβάσιμος. Μελέτησε τη γενετική ποικιλότητα των πληθυσμών αυτών χρησιμοποιώντας πολυμορφικά ένζυμα και έδειξε ότι η ποικιλότητα που μετρήθηκε εντοπίζεται κατά 94% μέσα στις φυλές και μόνο κατά 6% ανάμεσα σε αυτές (Lewontin 1972). Πιο απλά, δύο άνθρωποι της ίδιας φυλής είναι εξίσου πιθανόν να διαφέρουν με δύο ανθρώπους από διαφορετικές φυλές. Η μεθοδολογία που χρησιμοποίησε ο Lewontin βρέθηκε στο στόχαστρο από πολλούς επιστήμονες που τον κατηγόρησαν ότι βιάστηκε να χρησιμοποιήσει επιστημονικά εργαλεία προκειμένου να αποδείξει κάτι που ταίριαζε με την ιδεολογία του (αναφορά από Ruvolo & Seielstad 2001). Μεταγενέστερες έρευνες με πιο σύγχρονα μοριακά εργαλεία, με δείκτες του DNA και με τη χρήση αλληλουχιών επιβεβαίωσαν τα αρχικά αποτελέσματα: η γενετική ποικιλότητα στον άνθρωπο, όπως και στα περισσότερα είδη, βρίσκεται μέσα στους πληθυσμούς και τις φυλές και όχι ανάμεσά τους (π.χ. Barbujani et al. 1997, Excoffier et al. 1992).lewontin

Η πιο έντονη όμως δημόσια διαμάχη που είχε ο Lewontin μέσα στην επιστημονική κοινότητα ήταν με τον συνάδελφό του στο Ινστιτούτο Ζωολογίας του Harvard, τον εντομολόγο και εξελικτικό οικολόγο Edward O. Wilson (Segerstrale 1986). Ο Wilson, διακεκριμένος επιστήμονας στο πεδίο της ηθολογίας των ζώων και σήμερα ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της βιοποικιλότητας, δημοσίευσε το 1975 ένα μεγάλο σε έκταση βιβλίο με τίτλο “Sociobiology: The New Synthesis”, μια σημαντική μονογραφία πάνω στην εξέλιξη της συμπεριφοράς των ζώων (Wilson 1975a). Μέσα στα ζωικά είδη ο Wilson συμπεριέλαβε και τον άνθρωπο. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του, ο Wilson πρότεινε ότι ο ρόλος των φύλλων, η επιθετικότητα, οι ηθικές αξίες, τα θρησκευτικά δόγματα και άλλα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κοινωνίας, μπορούν να συνδεθούν με την εξελικτική μας κληρονομιά και οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε γενετικές διαφορές (Segerstrale 1986). Η αποδοχή του βιβλίου αυτού ήταν αρχικά μεγάλη, μέχρι που λίγους μήνες μετά σχηματίστηκε μια ομάδα από καθηγητές, φοιτητές και ερευνητές που με το όνομα “Sociobiology Study Group” ξεκίνησε μια σειρά δημοσιευμάτων όπου ασκούνταν οξεία κριτική στην κοινωνική βιολογία του Wilson. Το πιο γνωστό όνομα στην ομάδα αυτή ήταν αυτό του Lewontin. Η πρώτη επίθεση ήταν μια βιβλιοκριτική στο βιβλίο του Wilson, σε οξύ τόνο (Sociobiology Study Group 1975). Η προσπάθεια ανάλυσης του ανθρώπινου είδους μέσα από την κοινωνική βιολογία συνδέθηκε στην κριτική αυτή με το γενετικό νετερμινισμό και ο Wilson κατηγορήθηκε ανοιχτά για εσκεμμένη προσπάθεια παραπλάνησης λόγω ιδεολογίας. Η κριτική έφτασε να συνδέσει την κοινωνική βιολογία με ακραίες ιδεολογίες, όπως είναι αυτή του Χίτλερ. Ο Wilson όπως είναι αναμενόμενο αντέδρασε επίσης έντονα επιρρίπτοντας στους κατηγόρους του και ιδιαίτερα στον Lewontin, άγνοια, προκατάληψη και επίσης ιδεολογική καθοδήγηση (Wilson 1975b). Η διαμάχη αυτή πήρε διαστάσεις που έφτασαν και στον μη επιστημονικό τύπο. Στον επιστημονικό κόσμο, η διαμάχη αυτή συνεχίζεται και σήμερα μέσα από τη θεώρηση της εξελικτικής βιολογίας από διαφορετικές σχολές.

Μια ακόμα κριτική που ασκήθηκε από τον Lewontin αφορά τα επιστημονικά πεδία που σχετίζονται με το πρόγραμμα αλληλούχησης του ανθρώπινου γονιδιώματος, γνωστού και ως “Human Genome Project (HGP)”. Πρόκειται για ένα διεθνές επιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα με στόχο τον προσδιορισμό της αλληλουχίας των ζευγών βάσεων που απαρτίζουν το ανθρώπινο DNA και την ταυτοποίηση και χαρτογράφηση όλων των γονιδίων του ανθρώπινου γονιδιώματος. Το πρόγραμμα αυτό είναι μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο συλλογικό βιολογικό έργο στον κόσμο και χρηματοδοτήθηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ . Ο σχεδιασμός ξεκίνησε το 1984, το πειραματικό έργο δρομολογήθηκε το 1990, και κρίθηκε πλήρες το 2003. Η ερευνητική αυτή εργασία έδωσε σημαντική ώθηση στην ιατρική και τις προσπάθειες ανάπτυξης των λεγόμενων γονιδιακών θεραπειών. Παρά τη γενική επιστημονική και πολιτική υποστήριξη που βρήκε το πρόγραμμα αυτό, δεν έλειψαν και οι φωνές που είχαν αντίθετη άποψη και ειδικότερα από το χώρο της επιστήμης. Παρά τον κίνδυνο που ενέχει η αντίθεση σε μια δημοφιλή και καθιερωμένη επιστημονική εξέλιξη, ο Lewontin δημοσιεύει μια σειρά βιβλιοκριτικών και εκθέσεων με προβληματισμούς γύρω από τους σκοπούς και τις προοπτικές του HGP, που φτάνουν για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό (π.χ. Lewontin 1994). Ο Lewontin αναφέρει ότι για να αποδείξει τη χρησιμότητά του, το HGP διαχέει στην κοινωνία την υπόσχεση για την ανάπτυξη της γονιδιακής θεραπείας, που είναι η αντικατάσταση ή «επισκευή» των «κακών» ή «ελαττωματικών» γονιδίων. Υποστηρίζει ότι αυτή η έρευνα δεν είναι καθόλου απαραίτητη, αφού η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού πάσχει από ασθένειες που οφείλονται κατά κύριο λόγο στον υποσιτισμό, την υπερβολική εργασία και άλλες κοινωνικές αδικίες. Επιπλέον κατηγορεί το HGP ότι προετοιμάζει το έδαφος στην ευγονική, καθώς δεν είναι γνωστοί οι περιορισμοί της χρήσης της πληροφορίας που αντλείται από το πρόγραμμα. Ο Lewontin λέει ξεκάθαρα – για πρώτη φορά – ότι το κύριο κίνητρο του HGP είναι το οικονομικό κέρδος των εταιρειών βιοτεχνολογίας και μοριακής βιολογίας παγκοσμίως. Επίσης τονίζει ότι, όπως συνέβη και με τα περισσότερα τεχνολογικά επιτεύγματα που έγιναν διαθέσιμα σε κοινωνίες χωρίς δίκαιη δομή, το HGP πρόκειται να αυξήσει το χάσμα εξουσίας μεταξύ αυτών που έχουν ήδη μεγάλη δύναμη και εκείνων που έχουν λίγη. Επιπλέον αναμένεται να προσθέσει ισχύ σε ιδιωτικά ιδρύματα και οργανισμούς, όπου η εμπορική τους διάσταση θα εμποδίζει τη δίκαιη και κοινωνικά ορθή χρήση των ερευνητικών αποτελεσμάτων. Ο Lewontin διατυπώνει επίσης την επιφύλαξη ότι τα βιολογικά δεδομένα και οι γονιδιακές πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάκριση στην απασχόληση, την περίθαλψη και τη δικαιοσύνη, ενώ εκφράζει το φόβο για αλόγιστη χρήση δύναμης και εξουσίας από κράτη και κυβερνήσεις. Πέρασαν πάνω από 10 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του HGP και η τεχνολογία της γενετικής και της γονιδιωματικής έχει προχωρήσει πέρα από κάθε πρόβλεψη. Σήμερα μπορεί κανείς πληρώνοντας το κατάλληλο αντίτιμο να αποκτήσει την πλήρη αλληλουχία του γονιδιώματός του σε λίγες ημέρες ή και ώρες ακόμη. Πολλά από αυτά που προειδοποιεί ο Lewontin τείνουν να συμβούν και η θεώρηση τους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Από την κριτική πένα του Lewontin δεν διασώθηκαν ούτε επιστημονικά πεδία έρευνας της Γενετικής, πολλά από τα οποία δημιούργησε ο ίδιος. Στο βιβλίο του “The Genetic Basis of Evolutionary Change” (Lewontin 1974), ένα πόνημα σχετικά με τη γενετική ποικιλότητα, διατυπώνει αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της εξελικτικής βιολογίας να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Προτείνει μάλιστα ότι είναι πολύ πιο χρήσιμο για την επιστήμη να μην προσπαθεί να λύσει συγκεκριμένα προβλήματα σχετικά με την εξέλιξη αλλά να διατυπώνει ξεκάθαρα πόσο δύσκολο είναι να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά και για ποιους λόγους, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να τονίσει πως οι εξελικτικές διαδικασίες και ιδιαίτερα η προσαρμογή είναι τόσο σύνθετες και πολύπλοκες, ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια επιπλέον μέτρησης ή κατανόησής τους θα τις απλούστευε και θα τις στρέβλωνε. Έτσι ο Lewontin, αν και μαθητής του Dobzhansky (τον οποίο ο Lewontin θαυμάζει και εκτιμά με ειλικρίνεια), δεν παίρνει θέση υπέρ της θεωρητικής προσέγγισης της “προσαρμοστικής ισορροπίας” που ο δάσκαλός του έχει θεμελιώσει αλλά κρατά μια ουδέτερη στάση, κρίνοντας εξίσου τις απόψεις τόσο του Dobzhansky, όσο και των επικριτών του (Singh et al. 2001). Επιπλέον, ο Lewontin αμφισβητεί τη χρησιμότητα της ηλεκτροφόρησης των ενζύμων στην εξελικτική γενετική, μιας τεχνικής που ο ίδιος δημιούργησε το 1966 (Lewontin 1991). Θέλοντας να δείξει ότι δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές στην επιστήμη και ότι οι επιστήμονες πρέπει να αντιλαμβάνονται την πολυπλοκότητα των εξελικτικών διαδικασιών και τους περιορισμούς των μοριακών εργαλείων, ο Lewontin αποκαλύπτει τις αδυναμίες αυτές με το γνωστό του ύφος. Η κριτική είναι τόσο έντονη, που συνάδελφοί του εξέφρασαν την ανησυχία ότι θα αποθαρρυνθούν οι νέοι επιστήμονες να συνεχίσουν την έρευνα. Όπως φαίνεται πλέον από την πρόοδο της επιστήμης, μάλλον συνέβη το αντίθετο (Singh et al. 2001).

Επίλογος
lewontin2Για να κατανοήσει ο αναγνώστης το έργο και τη συμβολή του Lewontin στην κοινωνία και την επιστήμη οφείλει να λάβει υπόψη του την πίστη του ιδίου σε έναν ιδιότυπο μαρξισμό. Για τον Lewontin, ο μαρξισμός είναι τόσο φιλοσοφικό όσο και κοινωνικοπολιτικό ρεύμα. Η ενασχόλησή του με το μαρξισμό περιλαμβάνεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο που αφορά την επιστήμη: η σωστή απεικόνιση της πραγματικότητας στη θεωρία και στα μοντέλα (Segerstrale 1986). Και η απεικόνιση αυτή δεν μπορεί παρά να τονίζει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, αντί να την απλοποιεί. Ο Lewontin τονίζει ότι μια θεωρία δεν αρκεί να επαληθεύεται από πειράματα αλλά οφείλει και να είναι αληθής και να ανταποκρίνεται στον πραγματικό κόσμο (Lewontin 1974). Για το λόγο αυτό τοποθετείται συχνά ενάντια σε ένα “αφαιρετικό” ρεύμα στις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες (π.χ. Lewontin 1976, 1979, 1981a, 1983) και ενάντια σε στατιστικούς υπολογισμούς και μαθηματικές δομές που δεν έχουν πραγματική αντανάκλαση στη φύση και παραπέμπουν σε έναν αφηρημένο κόσμο χωρίς αίτιο και αιτιατό (Segerstrale 1986). Για τον Lewontin μια θεωρία πρέπει να είναι πολύπλοκη προκειμένου να απεικονίζει την πραγματικότητα (Levins & Lewontin 1980). Για το λόγο αυτό αντιτίθεται στην υπερβολική θεώρηση της φυσικής επιλογής και της προσαρμογής, που την περιγράφει σαν υπερ-απλούστευση του φυσικού κόσμου (Gould & Lewontin 1979). Ο Lewontin ενδιαφέρεται για τη σωστή χρήση της επιστήμης και της μεθοδολογίας. Πιστεύει ότι οι απλοποιημένες και εσφαλμένες επιστημονικές προσεγγίσεις μας αποτρέπουν από την εύρεση της αλήθειας για τη φύση και τον κόσμο (Lewontin 1981b). Για το λόγο αυτό ο Lewontin προσπαθεί να αναπτύξει μια πολύπλοκη μαρξιστική διαλεκτική προσέγγιση για την επιστήμη, προκειμένου δηλαδή να μπορέσουν να περιγραφούν πιο πιστά τα σύνθετα φαινόμενα των αλληλεπιδράσεων που η αφαιρετική μεθοδολογία αποτυγχάνει να αντιληφθεί.

Οι θεωρίες και ο τρόπος γραφής του Lewontin συναντούν μεικτές αντιδράσεις στον επιστημονικό κόσμο. Ενώ η αναγνώριση του ρόλου του στην επιστήμη της εξελικτικής γενετικής είναι καθολική, αρκετοί επιστήμονες έρχονται αντιμέτωποι μαζί του, με τη θεωρητική του προσέγγιση στην εξέλιξη και την πρόοδο της επιστήμης, αλλά και με το ύφος του, που συχνά θεωρείται γεμάτο εμπάθεια και ιδεολογική ακαμψία (π.χ. Edwards 2003). Πέρα από τη γνωστή μαρξιστική του προσέγγιση και το χειμαρρώδη λόγο του, αυτό οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι ο Lewontin δεν διστάζει – θα μπορούσε να πει κανείς ότι πιθανόν προτιμά – να αντιμετωπίζει “ορθόδοξες” απόψεις στο πλαίσιο της επιστήμης και της κοινωνίας, που εύκολα τυγχάνουν αποδοχής και αναγνώρισης.

Δεν λείπουν οι περιπτώσεις που σύγχρονοι επιστήμονες με τον Lewontin είναι ταυτόχρονα φίλοι και πολέμιοί του, καθώς ο ίδιος δεν χαρίζεται σε κανέναν, όσο στενή και να είναι η προσωπική τους σχέση. Είναι χαρακτηριστική η αγάπη και πίστη που έχει στον Lewontin ο καθηγητής και μέντορας του Dobzhansky, ο οποίος λέει ότι “.. αν στην καριέρα μου δεν είχα κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να αναδείξω τους Wallace * και Lewontin, τότε θα θεωρούσα την καριέρα μου απόλυτα πετυχημένη…” (Krimbas 2000). Ταυτόχρονα όμως εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, όταν ο ίδιος ο αγαπημένος του μαθητής ασκεί ανοιχτά κριτική στις δικές του προσεγγίσεις, λέγοντας σε μια επιστολή του προς αυτόν: “…αν δεν με απατά η μνήμη μου, δεν θυμάμαι ποτέ να έχω γράψει, πει ή κάνει οτιδήποτε που να είχε τη δική σου έγκριση…” (Singh et al. 2001).

Είναι δύσκολο να συμφωνήσει κανείς σε όλα ή στα περισσότερα με τον Lewontin. Η κριτική του κάποιες φορές φαντάζει υπερβολική, άλλες εσφαλμένη και άλλες φορές να πηγάζει από μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε στον Lewontin ότι τόλμησε να αμφισβητήσει τη βασική γραμμή έρευνας που υποστηρίζεται από την κοινωνία και ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων ήταν μπροστά από την εποχή του. Επιπλέον, ο Lewontin παραμένει πάντα “έντιμος” απέναντι στην επιστήμη και την κοινωνία. Αναγνωρίζει λάθη που έχει κάνει, σέβεται αντιπάλους και συζητητές, παραμένει ταπεινός και εξισωτικός απέναντι σε συνεργάτες και μαθητές του (Singh et al. 2001).

Ο Lewontin, πρωτοπόρος της βιολογίας και της εξελικτικής γενετικής, μας προειδοποιεί από την ίδια του την επιστήμη, όταν αυτή δεν ερμηνεύεται σωστά και απλοποιείται. Η φωνή του είναι ξεκάθαρη, τολμηρή και τεκμηριωμένη. Μέσα από το έργο του φέρνει τη βιολογία στη φιλοσοφία της επιστήμης και επηρεάζει γενιές νέων επιστημόνων στην εξελικτική βιολογία και τις κοινωνικές επιστήμες. Μας μαθαίνει να μην πιστεύουμε δογματικά τα πορίσματα της επιστήμης. Μας οδηγεί στη δημιουργική αμφισβήτηση των θεωριών. Μας διδάσκει ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες και αλάνθαστα δόγματα και ότι η επιστήμη πρέπει πάντα να προσεγγίζεται με διάθεση για αμφισβήτηση και ανατροπή. Μας υπενθυμίζει ότι η αλήθεια είναι πολύπλοκη και ότι η επιστήμη δεν πρέπει να την απλοποιεί σε επικίνδυνο βαθμό. Και το κυριότερο ίσως δίδαγμα του Lewontin: η επιστήμη δεν είναι ξεκομμένη από την κοινωνία και δεν πρέπει ποτέ να προσεγγίζεται αβίαστα και πρόχειρα. Η επιστήμη οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία και να γίνεται όχημα για έναν πιο δίκαιο κόσμο.

Βιβλιογραφία

Barbujani G, Magagni A, Minch E, Cavalli-Sforza LL, 1997. An apportionment of human DNA diversity. Proceedings of the National Academy of Sciences, 94: 4516-4519.

Dawkins R, 1976. The Selfish Gene. Oxford University Press, Oxford.

Edwards AWF, 2003. Human genetic diversity: Lewontin’s fallacy. BioEssays 25: 798-801.

Excoffier L. Smouse PE, Quattro JM, 1992. Analysis of molecular variance inferred from metric distances among DNA haplotypes: application to human mitochondrial DNA restriction data. Genetics, 131: 479-491.

Gould SJ and Lewontin RC, 1979. The spandrels of San Marco and the Panglossian paradigm: a critique of the adaptationist programme. Proceedings of the Royal Society of London. Series B. Biological Sciences, 205: 581-598.

Griffiths AJF, Miller JH, Suzuki DT, Lewontin RC, Gelbart WM, 2000. An Introduction to Genetic Analysis, 7th edition. New York, WH Freeman.

Hubby JL and Lewontin RC, 1966. A Molecular Approach to the Study of Genic Heterozygosity in Natural Populations. I. The Number of Alleles at Different Loci in Drosophila pseudoobscura. Genetics 54: 546-595.

Jensen AR, 1969. How much can we boost IQ and scholastic achievement. Harvard educational review, 39: 1-123.

Krimbas CB, 2000. Population Genetics: Problems, Foundations and Historical Perspectives. In: Singh RS & Krimbas CB (Eds.). Evolutionary genetics: from molecules to morphology (Vol. 1). Cambridge University Press, pp. 1-4.

Levins R and Lewontin RC, 1980. Dialectics and Reductionism in Biology. Synthese 43: 47-48.

Lewontin RC, 1972. The Apportionment of Human Diversity. Evolutionary Biology, 6: 381-398.

Lewontin RC, 1974. The genetic basis of evolutionary change (Vol. 560). New York: Columbia University Press.

Lewontin RC, 1976. The Analysis of Variance and the Analysis of Causes. American Journal of Human Genetics 26: 400–411.

Lewontin RC, 1976. Sociobiology: A Caricature of Darwinism. In: Suppe F and Asquith P (eds.), Proceedings of the Philosophy of Science Association 2, Philosophy of Science Association, East Lansing, Mich., pp. 22-31.

Lewontin RC, 1977. Caricature of Darwinism, Nature 266: 283-284.

Lewontin RC, 1979. Sociobiology as an Adaptationist Program. Behavioral Science 24: 5-14.

Lewontin RC, 1981a. Sleight of Hand. The Sciences, July/August: 23-26.

Lewontin RC, 1981b. The Inferiority Complex. The New York Review of Books, October 22.

Lewontin RC, 1983. The Corpse in the Elevator. The New York Review of Books, January 20: 34-37.

Lewontin RC, 1985. Population genetics. Annual review of genetics, 19: 81-102.

Lewontin RC, 1991. Twenty-five years ago in Genetics: electrophoresis in the development of evolutionary genetics: milestone or millstone?. Genetics, 128: 657-662.

Lewontin RC, 1993. The Doctrine of DNA. Biology as Ideology. Penguin Books.

Lewontin RC, 1994. The Dream of the Human Genome. In: Gretchen Bender and Timothy Druckrey, eds. Culture on the Brink: Ideologies of Technology. Seattle: Bay Press, 1994, pp. 107-127.

Lewontin RC, 2000. The triple helix: Gene, organism, and environment. Harvard University Press.

Mehta P, 2014. There’s a Gene for That. Jacobin, 13 (https://www.jacobinmag.com/2014/01/theres-a-gene-for-that/).

Ridley M., 2003. Nature via nurture: Genes, experience, and what makes us human. HarperCollins Publishers.

Ruvolo M and Seielstad M, 2001. The apportionment of human diversity: 25 years later. In: Thinking about evolution: Historical, philosophical and political perspectives. R.S. Singh et al. (eds.). Cambridge: Cambridge University Press, 141-151.

Segerstrale U, 1986. Colleagues in conflict: An ‘in vivo’analysis of the sociobiology controversy. Biology and Philosophy 1: 53-87.

Sesardic N, 1993. Heritability and Causality. Philosophy of Science 60: 396-418.

Singh RS, Krimbas CB, Paul DB, Beatty J., 2001. Preface. In: Thinking about evolution: Historical, philosophical and political perspectives. R.S. Singh et al. (eds.), Cambridge University Press.

Sociobiology Study Group of Science for the People, 1976. Sociobiology – Another Biological Determinism, BioScience 26, No. 3.

Sterelny K, 2001. Dawkins vs. Gould, Survival of the Fittest. London: Icon Books.

Wilson EO, 1975a. Sociobiology: The New Synthesis. Belknap Press, Cambridge, Mass.

Wilson EO, 1975b. For Sociobiology, The New York Review of Books, December 11.

Μια συλλογή από απολαυστικές “ευχαριστίες” επιστημονικών εργασιών που κρύβουν “μπηχτές”, κακίες και αστεία.

Των

 

http://www.slate.com/blogs/future_tense/2013/12/27/academics_hide_snarky_clever_comments_in_the_acknowledgments_sections_of.html

 

A PLOS ONE article by Van Nuland et al.

http://www.plosone.org/article/info%3Adoi%2F10.1371%2Fjournal.pone.0079853#

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Δικαιοσύνη στη μεταφορά των αποτελεσμάτων της έρευνας

Η γνώση, η πληροφορία κάθε μορφής και η άποψη θεωρούνται εδώ ως δημόσιο αγαθό (Suber 2009). Η ανάπτυξη των σύγχρονων μορφών επικοινωνίας ευνοεί περισσότερο από ποτέ τη διάχυση της γνώσης, της πληροφορίας και της άποψης (Abelson 2008). Η επιστημονική έρευνα είναι θεμελιώδες συστατικό της πανανθρώπινης συνύπαρξης. Είναι η βάση της ανάπτυξης της τεχνολογίας, της ευημερίας των ανθρώπων και της δημιουργίας νέας σκέψης. Συνδέει την ανάγκη διατήρησης και μεταφοράς της υφιστάμενης γνώσης και παράδοσης με την ανάπτυξη του νέου, την εξέλιξη και την πρόοδο. Κοινωνίες που έδωσαν προτεραιότητα στην επιστημονική έρευνα, θεωρητική και εφαρμοσμένη, κατάφεραν να αναπτύξουν ανταγωνιστική τεχνολογία και αξιόλογο πολιτισμό, επιτυγχάνοντας συνήθως υψηλού επιπέδου βιωτικό επίπεδο για τους πολίτες. Στον αντίποδα, όταν η έρευνα θυσιάζεται λόγω οικονομικών δυσχερειών και άλλων προτεραιοτήτων, οδηγούμαστε συνήθως σε αποκλεισμό και ύφεση.

Τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνητικών δράσεων θα έπρεπε κατά συνέπεια να είναι και αυτά δημόσιο αγαθό, να διακινούνται ελεύθερα και να διαχέονται ανεμπόδιστα από και προς όποιον επιθυμεί να ενημερωθεί (Suber 2009). Η ελεύθερη αυτή διακίνηση γνώσης, πληροφορίας και άποψης στηρίζει την πρόοδο της επιστήμης αλλά και τη σύνδεση της επιστήμης με την κοινωνία. Με βάση την προσέγγιση αυτή, θεωρούμε τη δίκαιη διακίνηση των αποτελεσμάτων της έρευνας εξετάζοντας δύο βασικές συνιστώσες: (α) την ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στα αποτελέσματα αυτά όλων των ανθρώπων όλου του κόσμου, των χρηστών δηλαδή και (β) τη δίκαιη και ισότιμη δυνατότητα δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας για όλους τους ερευνητές. Η πρώτη συνιστώσα αφορά τα πνευματικά διακαιώματα που προκύπτουν για τα ερευνητικά προϊόντα και δεδομένα, την κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτών και τη δυνατότητα πρόσβασης που έχει ο κάθε ένας από εμάς σε αυτά ως χρήστης. Το δεύτερο σκέλος αφορά την αποτελεσματικότητα και δικαιοσύνη του συστήματος δημοσιοποίησης της έρευνας για τον ίδιο τον ερευνητή που το επιθυμεί. Στην εργασία αυτή θα γίνει μια προσπάθεια αξιολόγησης του ισχύοντος διεθνούς συστήματος κοινοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας στις περιβαλλοντικές επιστήμες, μέσα από το πρίσμα των δύο αυτών συνιστωσών που αναφέρθησαν εδώ.

Η δημοσίευση στις περιβαλλοντικές επιστήμες

Η δημοσίευση είναι βασικός παράγοντας προόδου της επιστήμης και της ακαδημαϊκής σκέψης και η συμβολή της σε αυτήν αποτιμάται θετικά, από την εποχή του Γουτεμβέργιου μέχρι σήμερα (Suber 2012). Η επιστημονική δημοσίευση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους. Το μοντέλο που κυριάρχησε κατά τον 20ό αιώνα και έφτασε στις μέρες μας ως το πλέον κυρίαρχο και αποδεκτό, είναι αυτό της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας με τη μορφή άρθρων σε εξειδικευμένα επιστημονικά περιοδικά. Οι άλλες μορφές δημοσίευσης (παρουσιάσεις σε συνέδρια, άτυπες αναρτήσεις στο διαδίκτυο, σημειώσεις, κεφάλαια σε βιβλία, επιστολές, κ.α.) έχουν σήμερα μικρότερη βαρύτητα, σε σχέση με τα άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά (Van Noorden 2010). Ο λόγος για τη διάκριση αυτή είναι κυρίως η διαδικασία της κρίσης μέσα από την οποία οφείλουν να διέλθουν οι εργασίες προκειμένου να δημοσιευτούν. Πρόκειται δηλαδή για μια αξιολόγηση που γίνεται με κριτές τα ίδια τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας (peer review) και συντονιστές τους εκδότες των περιοδικών, επίσης μέλη της ίδιας κοινότητας (Hauser & Fehr 2007). Με τον τρόπο αυτό “φιλτράρονται” οι εργασίες που υποβάλλονται για δημοσίευση και το κάθε περιοδικό δημοσιεύει και παρουσιάζει εργασίες υψηλής ποιότητας, με έγκυρα επιστημονικά πορίσματα που προέρχονται από αξιόπιστα ερευνητικά αποτελέσματα. Αν δεν υπήρχε αξιολόγηση, ο χρήστης θα δυσκολεύονταν να διακρίνει τις αυθεντικές και σοβαρές επιστημονικές εργασίες από τις πρόχειρες και μη αξιόπιστες μελέτες. Το σύστημα αυτό λειτουργεί για πολλές δεκαετίες έχοντας προσφέρει πολλά στην πρόοδο της επιστήμης. Σε γενικές γραμμές φαίνεται να είναι ένας λειτουργικός και αποτελεσματικός τρόπος διάχυσης και αξιολόγησης της επιστημονικής γνώσης (Grayson 2009). Είναι όμως δίκαιος;

Το μερίδιο της περιβαλλοντικής έρευνας στις επιστημονικές δημοσιεύσεις είναι μεγάλο. Και αυτό κυρίως επειδή η ίδια η περιβαλλοντική επιστήμη είναι τόσο ευρεία και πολυδιάστατη που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα επιστημονικά πεδία, από τη βιολογία, τα μαθηματικά και τη φυσικοχημεία, μέχρι τα τεχνικά αντικείμενα και τις κοινωνικές και οικονομικές επιστήμες. Για το λόγο αυτό είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς τα επιστημονικά περιοδικά που δημοσιεύουν εργασίες σχετικές με την περιβαλλοντική έρευνα και να τα διαχωρίσει από αυτά άλλων επιστημών. Σχεδόν όλα τα περιοδικά όλων των επιστημών δημοσιεύουν ή μπορούν να δημοσιεύσουν τέτοιες εργασίες.

Τα επιστημονικά περιοδικά σήμερα αξιολογούνται και αυτά ως προς την ποιότητα της επιστήμης που παρουσιάζουν. Αυτό γίνεται μέσα από διάφορους ποσοτικούς δείκτες, από τους οποίους ένας ιδιαίτερα χρησιμοποιείται σε μεγάλη έκταση και έχει καθιερωθεί διεθνώς: ο “δείκτης βαρύτητας”, ή Impact Factor (IF). Αυτός εξαρτάται από το μέσο αριθμό αναφορών που λαμβάνουν οι εργασίες του κάθε περιοδικού και είναι δείκτης αξιολόγησης και ιεράρχησης των περιοδικών (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Κατά μία στρεβλή έννοια, σήμερα ο δείκτης αυτός χρησιμοποιείται κυρίως σαν μέσο αξιολόγησης επιστημόνων, ιδρυμάτων, σχολών και εργαστηρίων (Bommann et al. 2012). Τα μειονεκτήματα της προσέγγισης αυτής θα εξεταστούν πιο κάτω.

Περιορισμοί πρόσβασης του κοινού στα επιστημονικά περιοδικά

 Τα επιστημονικά περιοδικά χωρίζονται σε διάφορες κατηγορίες σχετικά με το κόστος συνδρομής που αυτά έχουν και τον τρόπο με τον οποίο αυτά διαχειρίζονται τη γνώση που διακινούν. Θα θεωρήσουμε εδώ δύο πολύ βασικές ομάδες: (1) τα συνδρομητικά περιοδικά, όπου όποιος θέλει να τα διαβάσει πρέπει να πληρώσει μια συνδρομή, ή να τα αναζητήσει σε κάποια βιβλιοθήκη ακαδημαϊκού ιδρύματος, που με τη σειρά της έχει πληρώσει τη σχετική συνδρομή και (2) τα περιοδικά “ανοιχτής πρόσβασης” (open access), που ο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος μπορεί να διαβάσει χωρίς καμία χρέωση, συνήθως διαδικτυακά. Πριν την εξάπλωση του διαδικτύου, σχεδόν όλα τα επιστημονικά περιοδικά ανήκαν στην πρώτη κατηγορία. Σήμερα, η δεύτερη κατηγορία κερδίζει σημαντικό έδαφος (Lawrence 2001, Eysenbach 2006), ενώ εμφανίζονται και ενδιάμεσες καταστάσεις, που το ίδιο περιοδικό προσφέρει τη δυνατότητα στον επιστήμονα που θέλει να δημοσιεύσει την έρευνά του να επιλέξει αν θέλει το άρθρο να δημοσιευτεί χωρίς συνδρομή με ελεύθερη πρόσβαση. Στην περίπτωση αυτή, ο επιστήμονας ή το ίδρυμα όπου αυτός / αυτή εργάζεται αναλαμβάνουν κάποιο κόστος. Ακόμα και σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωρισμένων επιστημονικών περιοδικών ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, είναι δηλαδή συνδρομητικά (Willinsky 2005).

Το γεγονός αυτό παρουσιάζει κάποια σημαντικά προβλήματα. Αν κάποιος θέλει να διαβάσει το αποτέλεσμα μιας έρευνας, πρέπει να πληρώσει. Ή να αναζητήσει την έρευνα αυτή μέσω κάποιου πανεπιστημίου ή ερευνητικού ιδρύματος. Η αναζήτηση τότε γίνεται κατά κύριο λόγο από ερευνητές, ή μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας. Όταν κάποιος δεν ανήκει στην οικογένεια αυτή συνήθως δεν έχει πρόσβαση στην έρευνα (Abelson 2008). Αν για παράδειγμα ένας καρκινοπαθής θελήσει να ενημερωθεί για τα τελευταία επιτεύγματα της επιστήμης για το πρόβλημά του, απλά δεν μπορεί. Η γνώση ανακυκλώνεται μόνο στον αυστηρά επιστημονικό χώρο. Το πρόβλημα παίρνει άλλη διάσταση διαπιστώνοντας ότι το σύστημα των αναγνωρισμένων επιστημονικών περιοδικών είναι στην ουσία ολιγοπωλιακό, έως και μονοπωλιακό, με αποτέλεσμα να αυξάνει διαρκώς η τιμή της συνδρομής. Σήμερα, οι πέντε πιο μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι καταλαμβάνουν πάνω από το μισό μερίδιο της αγοράς (Suber 2012). Τα 20 τελευταία χρόνια, οι τιμές των περιοδικών έχουν αυξηθεί σε τριπλάσιο ρυθμό από τον πληθωρισμό των ΗΠΑ, την ίδια στιγμή που οι προϋπολογισμοί των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων συρρικνώνονται (Abelson 2008). Ακόμα και τα κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου αντιμετωπίζουν δυσκολίες να κρατήσουν τις συνδρομές τους ή να αποκτήσουν νέες (Willinsky 2005, Grayson 2009). Στην Ελλάδα βιώνουμε την κατάσταση όπου η υποχρηματοδότηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων έχει οδηγήσει σε μείωση των προσβάσιμων περιοδικών με ανυπολόγιστες συνέπειες για την έρευνα και την επιστήμη στη χώρα μας.

Συνεπώς, το σύστημα των συνδρομητικών περιοδικών δεν είναι δίκαιο, καθώς δεν έχουν όλοι οι πολίτες πρόσβαση στα αποτελέσματα της έρευνας και στην επιστημονική γνώση γενικότερα. Ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι οι περισσότερες έρευνες χρηματοδοτούνται από δημόσια κονδύλια (Suber 2009). Τα συγγραφικά δικαιώματα των εργασιών περνούν στους εκδοτικούς οίκους των περιοδικών, που αποτελούν το μόνο μέρος που πληρώνεται. Οι συγγραφείς και τα ιδρύματα που τους πληρώνουν δεν αμείβονται, ούτε έχουν καν πρόσβαση στη δική τους δουλειά. Η ανταμοιβή για τον επιστήμονα είναι η ίδια η δημοσίευση της εργασίας του, που με τον καιρό αποτελεί το σημαντικότερο – ως και το μόνο – κριτήριο αξιολόγησης για τον ίδιο και το ίδρυμα του.

Τα περιοδικά ελεύθερης πρόσβασης ξεπερνούν το πρόβλημα που περιγράφηκε εδώ. Είναι ανοιχτά από το διαδίκτυο και η πρόσβαση δεν περιορίζεται από κανέναν. Τα δε συγγραφικά δικαιώματα μένουν στους ίδιους τους συγγραφείς που μπορούν να διαχειρίζονται όπως επιθυμούν το προϊόν της δημιουργίας τους (Grayson 2009). Τότε γιατί οι συγγραφείς δεν επιλέγουν αποκλειστικά τα περιοδικά ανοιχτής πρόσβασης και συνεχίζουν να στέλνουν κατά προτίμηση τις εργασίες τους σε συνδρομητικά περιοδικά; Η απάντηση είναι ότι οι επιστήμονες προτιμούν να δουν το όνομά τους σε ένα αναγνωρισμένο και γνωστό περιοδικό, παρά να ρισκάρουν τη δημοσίευση σε ένα όχι τόσο γνωστό έντυπο. Οι περισσότεροι στο χώρο της επιστήμης αξιολογούν τις εργασίες μονοσήμαντα, μόνο από το έντυπο όπου αυτές εμφανίζονται και όχι από το περιεχόμενό τους. Παρά τις δυσκολίες αυτές, τα περιοδικά ανοιχτής πρόσβασης πολλαπλασιάζονται και αρκετά από αυτά έχουν ήδη δημιουργήσει πολύ καλό όνομα (Vanclay 2012).

Πόσο κοστίζει μια επιστημονική δημοσίευση;

 Η δικαιοσύνη στην πρόσβαση από την πλευρά των ερευνητών, που αφού ολοκληρώσουν την έρευνα καλούνται να υποβάλουν τη γραπτή τους εργασία για δημοσίευση στα επιστημονικά περιοδικά, θεωρείται εδώ κυρίως σαν παράγοντας ίσων ευκαιριών, αξιοκρατίας και δίκαιης αξιολόγησης. Πριν όμως φτάσει η εργασία στο περιοδικό για να κριθεί, υπάρχει ένας πολύ βασικός παράγοντας που πολλές φορές αποτελεί εμπόδιο στην ισότιμη πρόσβαση στη δημοσίευση: το κόστος. Υπάρχουν δύο τρόποι να δημοσιεύσει κανείς. Αν επιλέξει συνδρομητικό περιοδικό, τότε θεωρητικά δεν πληρώνει ο συγγραφέας αλλά ο αναγνώστης, ενώ στα περιοδικά ανοιχτής πρόσβασης συμβαίνει το αντίθετο.

Στα συνδρομητικά περιοδικά προκύπτουν όμως διάφορα ζητήματα που τελικά οδηγούν τον ερευνητή να βάλει το χέρι στην τσέπη. Κάποια περιοδικά χρεώνουν τις σελίδες, ενώ σχεδόν όλα χρεώνουν κάποιο κόστος για έγχρωμες εικόνες και γραφήματα. Και οι τιμές είναι υψηλές. Σε πολλά επιστημονικά πεδία οι δημοσιεύσεις έχουν φωτογραφίες, χάρτες ή γραφήματα που πρέπει να είναι έγχρωμα, αλλιώς δεν βγαίνει νόημα. Και αν αυτό έβγαζε νόημα την εποχή της έντυπης δημοσίευσης, είναι μάλλον παράλογο για τις ηλεκτρονικές ψηφιακές δημοσιεύσεις. Επίσης τα περισσότερα περιοδικά παρέχουν υπηρεσίες γλωσσικής επιμέλειας και συνιστούν στους συγγραφείς να τις χρησιμοποιήσουν, με κόστος φυσικά. Συχνά αντιμετωπίζουν πολύ καχύποπτα όσους δεν ακολουθούν τη συμβουλή τους. Τελικά η δημοσίευση σε συνδρομητικά περιοδικά κοστίζει αρκετά.

Στα μη συνδρομητικά περιοδικά, όπου ο αναγνώστης έχει ελεύθερη πρόσβαση στα άρθρα, οι συγγραφείς πρέπει να πληρώσουν. Το κόστος μπορεί να φτάσει τα 5.000 ευρώ (Suber 2012). Πολλά περιοδικά της κατηγορίας αυτής είναι βέβαια δωρεάν (Abelson 2008) αλλά τα πιο αναγνωρισμένα είναι ακριβά. Υπάρχουν εναλλακτικές, όπως είναι η μείωση όλου ή μέρους του κόστους για κάποιες χώρες από κάποια περιοδικά. Ή οι συνδρομές από πανεπιστήμια και ινστιτούτα. Κάποια περιοδικά δέχονται άρθρα δωρεάν, αν ο συγγραφέας δηλώσει υπεύθυνα ότι η έρευνά του δεν χρηματοδοτείται από πουθενά (Suber 2012). Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις, ο συγγραφέας πρέπει να πληρώσει.

Το κόστος της δημοσίευσης είναι παράγοντας ανισότητας στην ελεύθερη πρόσβαση πριν την κρίση στο περιοδικό. Επιστήμονες από σχετικά φτωχές χώρες, από μικρά πανεπιστήμια ή ανεξάρτητοι ερευνητές συχνά καλούνται να πληρώσουν ποσά που δεν μπορούν να καλύψουν και μοιραία αδυνατούν να προσεγγίσουν πολλά περιοδικά. Με τον τρόπο αυτό συντηρείται ένας ελιτισμός διακίνησης της επιστημονικής γνώσης από μία μειοψηφία ιδρυμάτων και επιστημονικών ομάδων, όπου η πρόσβαση από «έξω» είναι δύσκολη.

Η κρίση των εργασιών και τα προβλήματά της

Από τη στιγμή που θα φτάσει μία εργασία στο γραφείο (ή στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) του εκδότη ενός περιοδικού, ξεκινά μία διαδικασία κρίσης από τον εκδότη αρχικά και από διάφορους κριτές, που στέλνουν την κρίση τους στον εκδότη ώστε αυτός τελικά να αποφασίσει την τύχη της δημοσίευσης. Το σύστημα αυτό των συναδέρφων – κριτών (peer review) αντιμετωπίζει συγκεκριμένα προβλήματα αξιοπιστίας και δικαιοσύνης (Laband & Piette 1994, Symonds et al. 2006).

Καταρχήν, η κρίση από μόνη της είναι μια υποκειμενική διαδικασία. Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης της επιστημονικής ποιότητας των εργασιών, ο κάθε ένας κριτής ή εκδότης αποφασίζει με βάση τη δική του κρίση με υποκειμενικό τρόπο. Μπορεί δηλαδή, όσο σοβαρός και αν είναι ο κριτής, να επιρεαστεί από προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες, απόψεις σχετικά με την αξία ή όχι συγεκριμένων επιστημονικών πεδίων, ερευνητικών ομάδων, αντιλήψεων, μεθόδων, ιδρυμάτων ή και χωρών. Επίσης υπάρχει και μια σχετική ανταγωνιστικότητα μεταξύ ιδρυμάτων και επιστημόνων που μπορεί να επηρεάσει την κρίση, ειδικά τη στιγμή που ο κριτής παραμένει ανώνυμος. Το σύστημα σήμερα δεν μπορεί να φυλάξει έναν συγγραφέα από την αρνητική κρίση ενός ανταγωνιστή του, ή αντίστοιχα τη θετική κρίση ενός φίλου του (Laband & Piette 1994).

Και αν η προηγούμενη περίπτωση υπάγεται στην αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, η όλο και αυξανόμενη ζήτηση για κριτές από τα περιοδικά προκαλεί άλλες παρενέργειες. Τα επιστημονικά περιοδικά αυξάνουν με εκθετικό ρυθμό (Abelson 2008), το ίδιο και ο αριθμός των επιστημονικών εργασιών που υποβάλλονται κάτω από την πίεση της ακαδημαϊκής εξέλιξης των επιστημόνων. Τα περιοδικά χρειάζονται κριτές και οι εργασίες που στέλνονται στα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας αυξάνουν. Αυτό σημαίνει ότι κάτω από την πίεση αυτή πολύ πιθανόν να επιλέγονται και «ακατάλληλοι» κριτές, επιστήμονες δηλαδή που βρίσκονται στα όρια του επιστημονικού αντικειμένου που καλούνται να κρίνουν. Πέρα από τις απίθανες χρονικές καθυστερήσεις (Hauser & Fehr 2007), η ανθρώπινη φύση αναλαμβάνει και εδώ δράση: προκειμένου να εκφέρουν άποψη, οι κριτές που δεν βρίσκονται ακριβώς στην καρδιά του αντικειμένου της εργασίας που κρίνουν, αλλά κατανοούν μόνο μέρος της, ασχολούνται εξονυχιστικά μόνο με αυτό το μέρος που κατανοούν. Έτσι προκύπτουν κρίσεις και αξιολογήσεις των εργασιών που αδυνατούν να συλλάβουν το σκοπό μιας εργασίας και προτείνουν διορθώσεις που δεν έχουν νόημα (Papageorgiou 2013).

Πέρα από αυτά τα σχετικά κατανοητά προβλήματα, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η δίκαια και ορθή αξιολόγηση μιας εργασίας μπορεί να αλλοιωθεί εξ επίτηδες, με σκοπό τη γρήγορη και απροβλημάτιστη δημοσίευση, πάντα κάτω από την πίεση ενός ιδιαίτερα πιεστικού ακαδημαϊκού συστήματος (Laband & Piette 1994). Παρατηρείται δηλαδή η τάση, συγκεκριμένοι ερευνητές να επιλέγουν σταθερά συγκεκριμένα περιοδικά, όπου η κρίση είναι πιο εύκολη και ευνοϊκή προς εκείνους ή γενικά. Καταγράφονται περιπτώσεις επιλογής γνωστών κριτών ή εκδοτών (εκεί όπου επιτρέπεται η πρόταση κριτών), ή η εμφάνιση και καθιέρωση περιοδικών που είναι πιο «εύκολα» από άλλα, προσφέροντας χαμηλή τιμή δημοσίευσης για τους συγγραφείς. Έτσι βλέπει κανείς πολύ μέτριες έως ανακριβείς εργασίες να φιγουράρουν σε περιοδικά υψηλής ποιότητας και ταυτόχρονα περιοδικά με σταθερά μέτριες και ελλιπείς εργασίες (Ioannidis 2005). Ακραία, αλλά δυστυχώς συχνή, περίπτωση αποτελούν τα λεγόμενα «αρπακτικά περιοδικά» (predator journals), που κατακλύζουν τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία των ερευνητών με προτάσεις δημοσίευσης διαφημίζοντας την ευκολία που μπορεί κανείς να περάσει μία εργασία. Συχνά εμφανίζονται καταγγελίες για περιοδικά της κατηγορίας αυτής που συστηματικά «κλέβουν» αντιγράφοντας λέξη προς λέξη άλλες εργασίες, ή παρουσιάζουν επαναλήψεις της ίδιας δημοσίευσης (Miller & Harris 2004).

Ίσως το πιο βασικό πρόβλημα με την κρίση των εργασιών που υποβάλλονται προς δημοσίευση να αποτελεί το γεγονός ότι η εργασία διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε τελικά να είναι αρεστή στους κριτές ή στους εκδότες. Ακόμα και αν η κρίση είναι αντικειμενική και ορθή, πολλές φορές οι κριτές προτείνουν αλλαγές ουσίας, που αλλάζουν τη φύση των εργασιών (Pain 2013). Έτσι, πριν την υποβολή ακόμα, οι συγγραφείς ακολουθούν μία «πεπατημένη» διαδικασία συγγραφής που γνωρίζουν ότι είναι αρεστή σε κριτές. Επιλέγουν συγκεκριμένες τεχνικές ανάλυσης που είναι του «συρμού», ερευνητικά ερωτήματα που αρέσουν στην επιστημονική κοινότητα, στατιστικές αναλύσεις που μπορεί να είναι περιττές και γενικά ακολουθούν τη λογική της δημιουργίας εντύπωσης στους εκδότες, που με τη σειρά τους ακολουθούν μια πιο εμπορική και ανταγωνιστική φιλοσοφία απέναντι σε άλλα περιοδικά (Papageorgiou 2013). Επιπλέον, προκειμένου να πετύχουν τη δημοσίευση, οι συγγραφείς θα ακολουθήσουν πιστά τις συστάσεις κριτών και εκδοτών, ακόμα και αν αυτές αλλάζουν το ερευνητικό ερώτημα που τέθηκε εξ αρχής. Το σύστημα λοιπόν αυτό, ωθούμενο και από την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη των νέων ερευνητών να πετύχουν πολλές δημοσιεύσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα, τελικά δημιουργεί ένα πολύ σταθερό και στενό πλαίσιο που θα πρέπει να κινούνται οι εργασίες. Σε τελική ανάλυση, αυτό μειώνει τη δημιουργικότητα των νέων επιστημόνων, μειώνει τον αυθορμητισμό και την πρωτοτυπία και συχνά δρα ενάντια στην ίδια την πρόοδο της επιστήμης (Hauser & Fehr 2007).

Η κακή χρήση του IF: όταν το μέσο γίνεται σκοπός

Ένας τρόπος να αξιολογούνται τα περιοδικά ως προς την ποιότητά τους είναι ο ευρύτατα χρησιμοποιούμενος δείκτης βαρύτητας, γνωστός σαν impact factor (IF). Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, ο IF υπολογίζεται ως ο μέσος αριθμός αναφορών που λαμβάνουν οι εργασίες του κάθε περιοδικού, σε περιοδικά που έχουν ήδη IF και αναφέρονται στη σχετική λίστα (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Αμέσως καταλαβαίνει κανείς ότι το σύστημα είναι κάπως «κλειστό», καθώς δεν προσμετρώνται οι αναφορές που γίνονται σε εργασίες που είναι εκτός περιοδικών της λίστας των IF (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Άλλα συστήματα προσμέτρησης αναφορών (Scopus, Google Scholar) είναι πιο ανοιχτά, όμως και αυτά περιορίζονται σε ένα συγκεκριμένο κατάλογο περιοδικών και βιβλίων.

Επιπλέον, επειδή ο IF ενός περιοδικού προέρχεται από αναφορές σε όλα τα άρθρα του περιοδικού αυτού , ο αριθμός αυτός δεν μπορεί να μας δώσει καμία πληροφορία για την ποιότητα ενός συγκεκριμένου άρθρου, ούτε για την ποιότητα της εργασίας ενός συγκεκριμένου συγγραφέα. Έτσι ο IF ενός περιοδικού μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από τη δημοσίευση άρθρων ανασκόπησης, ή άρθρων που πραγματεύονται θέματα που απασχολούν μεγάλο αριθμό ερευνητών (π.χ. βιοϊατρικά θέματα) (Τhe PLoS Medicine Editors 2006).

Πέρα από τη στατιστική του στρεβλότητα, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο IF ενός περιοδικού δεν είναι χρήσιμος δείκτης έξω από το στενό πυρήνα της επιστημονικής κοινότητας του συγκεκριμένου αντικειμένου που αναφέρεται το περιοδικό. Με το σκεπτικό αυτό, είναι αδύνατον να συγκριθούν δύο περιοδικά διαφορετικών επιστημονικών πεδίων ως προς τον IF (Schmidt 2013).

Παρά τους εμφανείς περιορισμούς οι IF των περιοδικών που δημοσιεύουν οι διάφοροι ερευνητές έχει πολύ μεγάλη επιρροή στην ακαδημαϊκή κοινότητα και στο σύστημα αξιολόγησης ερευνητών και ιδρυμάτων. Είναι γεγονός ότι ακόμη και η εταιρεία «Thomson Scientific», που διαχειρίζεται το δείκτη αυτό, αναγνωρίζει ότι ο IF έχει αυξηθεί πέρα από τον έλεγχό της και χρησιμοποιείται σε πολλούς ακατάλληλους τρόπους (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Σαν μέτρο αξιολόγησης, οι IF των περιοδικών έχουν χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για να αποφασίσει εάν ένας επιστήμονας θα ανέβει βαθμίδα στο ίδρυμα του ή όχι, αν θα βρει εργασία ή αν θα πάρει κάποια επιχορήγηση ή πρόγραμμα. Σε ορισμένες χώρες, η χρηματοδότηση ολόκληρων ιδρυμάτων εξαρτάται από τον αριθμό των δημοσιεύσεων σε περιοδικά με IF (Bommann et al. 2012). Σήμερα σε πολλές χώρες και σε πολλά ακαδημαϊκά ιδρύματα, πρόσωπα, εργαστήρια και ερευνητικές ομάδες αξιολογούνται με ένα νούμερο, το συνολικό IF των εργασιών που δημοσιεύουν. Έτσι, ένας κριτής ή εκλέκτορας δεν χρειάζεται να διαβάσει τις εργασίες που υποβάλλει ένας υποψήφιος για εξέλιξη, απλά υπολογίζει το νούμερο αυτό και κρίνει (Papageorgiou 2013). Αυτό το σύστημα είναι προφανώς άδικο και αναξιοκρατικό. Οδηγεί δε τους ερευνητές σε έναν αδυσώπητο αγώνα να δημιουργήσουν εργασίες αρεστές σε συγκεκριμένα περιοδικά και μόνο, που τελικά μειώνει την ποιότητα της επιστήμης αντί να την αυξάνει διαχρονικά.

Από την πλευρά των περιοδικών, υπάρχει επίσης ένας μεγάλος ανταγωνισμός, καθώς ο IF τους προσδίδει κύρος και αυξάνει την προτίμηση από την πλευρά των συγγραφέων και τις συνδρομές από την πλευρά των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού αυτού, πολλές φορές τα περιοδικά επινοούν τρόπους τεχνητής αύξησης του IF. Συχνά μπορεί να ζητούν από τους υποψήφιους συγγραφείς να αναφέρουν εργασίες του ίδιου του περιοδικού, ή οι συγγραφείς από μόνοι τους να επιλέγουν αυτήν την τακτική προκειμένου να γίνουν αρεστές και αποδεκτές οι εργασίες τους (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Επίσης μπαίνουν στη διαδικασία να επιλέγουν εργασίες σε αντικείμενα που είναι δημοφιλή, που χρησιμοποιούν μεθόδους που είναι σύγχρονες και διαδεδομένες. Άλλος τρόπος αύξησης του IF είναι να μειώνεται ο παρανομαστής του σχετικού κλάσματος, ο αριθμός δηλαδή των εργασιών που τελικά δημοσιεύονται και ο αριθμός των αναφορών σε κάθε εργασία (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Τα περιοδικά συχνά πιέζουν τους συγγραφείς προς αυτήν την κατεύθυνση.

Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι ο IF των περιοδικών και ο αριθμός αναφορών των άρθρων συνδέεται στατιστικά με πολλούς παράγοντες που είναι άσχετοι με την επιστημονική ποιότητα των εργασιών, όπως είναι το όνομα του περιοδικού, ο αριθμός και η χώρα προέλευσης των συγγραφέων, η χρήση συγκεκριμένων λέξεων και το μέγεθος των εργασιών (Schmidt 2013).

Καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι ο IF είναι ένας ξεπερασμένος ποσοτικός δείκτης, που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αξιοπιστίας (Seglen 1997). Είναι δε εντελώς ακατάλληλος για να περιγράψει την αξία ενός επιστήμονα ή μιας ερευνητικής ομάδας, ή ακόμα και μιας σχολής ή ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος. Κι όμως αυτός ο λανθασμένος τρόπος χρησιμοποιείται συνεχώς, όπως είπαμε πιο πάνω. Αυτό έχει σημαντικά αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα της επιστήμης που παράγεται και δημοσιεύεται και τελικά συντηρεί ένα στρεβλό σύστημα ακαδημαϊκού ελιτισμού.

Υπάρχει έρευνα έξω από τα περιοδικά;

Όπως αναφέρθηκε πριν, φαίνεται πως ο πλέον διαδεδομένος τρόπος αξιολόγησης της ερευνητικής παραγωγικότητας είναι σήμερα η δημοσίευση σε επιστημονικά περιοδικά με κριτές. Για το λόγο αυτό, η δραστηριότητα της δημοσίευσης άρθρων σε περιοδικά αποτελεί την προτεραιότητα των ερευνητών και επιστημόνων γενικότερα που αποσκοπούν σε ακαδημαϊκή καριέρα. Χτίζουν δηλαδή ένα βιογραφικό όπου πρέπει να αναφέρεται ένας μεγάλος αριθμός δημοσιεύσεων σε περιοδικά μιας συγκεκριμένης λίστας με συντελεστή IF όσο το δυνατόν υψηλότερο. Προφανώς οι δημοσιεύσεις στα περιοδικά δεν είναι το μόνο προϊόν που προκύπτει από την ερευνητική δραστηριότητα.

Πολλές φορές υπάρχουν περιοδικά που κινούνται έξω από το σύστημα που αναφέραμε πιο πάνω και δεν διαθέτουν IF. Περιοδικά επιστημονικών ενώσεων ή πανεπιστημίων με κριτές, αυστηρά θεματικά, ή άλλα περιοδικά που εκδίδονται από χώρες ή οργανισμούς που δεν έχουν τη δυνατότητα του marketing των μεγάλων εκδοτικών οίκων, επίσης δεν διαθέτουν IF. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η δημοσίευση σε ένα τέτοιο περιοδικό δεν μετρά με την ίδια βαρύτητα στα βιογραφικά όπως αυτή σε ένα περιοδικό με IF, παρόλο που οι εργασίες περνούν από κρίση πριν δημοσιευτούν. Πολλοί ερευνητές επιλέγουν να μην στέλνουν εργασίες σε αυτά τα περιοδικά, ενώ οι περισσότεροι νέοι επιστήμονες δέχονται συμβουλές του τύπου αυτού. Έτσι δημιουργείται και διατηρείται ένα «μονοπώλιο» στην διάδοση της επιστημονικής έρευνας, που όπως είδαμε παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Με την τεχνική δυνατότητα που παρέχει όμως σήμερα το διαδίκτυο, η έρευνα μπορεί να κοινοποιηθεί πολύ πιο γρήγορα και να διαδοθεί πολύ πιο αποτελεσματικά.

Εργασίες σε κεφάλαια βιβλίων, ή συλλεκτικούς τόμους μπορεί να έχουν μεγαλύτερη επιστημονική αξία από άρθρα επιστημονικών περιοδικών, καθώς συχνά οι συγγραφείς προσκαλούνται να συμβάλλουν στην έκδοση, που σημαίνει ότι έχουν υψηλή διεθνή αναγνωρισιμότητα. Εργασίες σε τόμους πρακτικών συνεδρίων επίσης υποτιμούνται συχνά, μπορεί όμως να περιέχουν ερευνητικά δεδομένα μεγάλης αξίας. Πέρα από αυτά υπάρχουν και πιο άτυπα προϊόντα έρευνας: πόστερ και παρουσιάσεις από συνέδρια ή εκδηλώσεις, διδακτικό υλικό από παρουσιάσεις και σεμινάρια, αναφορές προγραμμάτων ή ομάδων εργασίας, μνημόνια, αναφορές και άρθρα σε μη επιστημονικά περιοδικά. Προϊόντα επιστημονικής παραγωγής θεωρούνται σήμερα και τα γραφήματα, τα δεδομένα, βίντεο και γενικά οπτικοακουστικό υλικό (Grayson 2009). Η τάση δημοσίευσης των δεδομένων μιας έρευνας, προκειμένου να διευκολυνθεί η επανάληψη και έλεγχος της έρευνας αυτής από άλλους ερευνητές κερδίζει διαρκώς έδαφος. Στους ιστότοπους των πανεπιστημίων, σε προσωπικά ιστολόγια και σε ειδικά διαμορφωμένες ηλεκτρονικές “αποθήκες” δεδομένων και άλλων προϊόντων έρευνας, που αποκαλούνται repositories, βρίσκει κανείς πλέον πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα ερευνητικών δραστηριοτήτων, πληροφορίες και επιστημονικά στοιχεία, όλα διαθέσιμα χωρίς περιορισμούς, με μόνη υποχρέωση τη σωστή αναφορά της πηγής τους (Lynch 2003).

Οι περισσότεροι ερευνητές έχουν στοιχεία που δεν έχουν αξιοποιηθεί, έρευνες που έχουν δώσει δεδομένα και αποτελέσματα που δεν έφτασαν ποτέ στα περιοδικά και τώρα μπορούν να τα προβάλουν. Αυτά τα δεδομένα έχουν μεγάλη αξία και θα πρέπει να συνυπολογιστούν σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ερευνητών ή ιδρυμάτων γίνεται στο μέλλον. Ιδιαίτερη αξία φαίνεται να έχει η προβολή και δημοσιοποίηση των λεγόμενων «αρνητικών αποτελεσμάτων» (negative results). Πρόκειται για αποτελέσματα ερευνητικών προσπαθειών που δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα. Συνήθως θεωρούνται αποτυχίες και δεν δημοσιεύονται. Αν πρόκειται για μια απλή επιβεβαίωση κάποιου κανόνα και δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τα περιοδικά της λίστας του IF συχνά μένουν ξεχασμένα σε κάποιον υπολογιστή. Είναι όμως σημαντικά. Ακόμα και αν πρόκειται για αποτυχία ενός ερευνητικού πειράματος, θα οδηγήσει άλλους ερευνητές στην αποφυγή της αποτυχίας αυτής. Η ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη με παραδείγματα αρνητικών αποτελεσμάτων που ωφέλησαν την πρόοδο της επιστήμης (Piwowar 2013). Πολλά σύγχρονα περιοδικά ανοιχτής πρόσβασης και repositories προσκαλούν τους ερευνητές να δημοσιεύουν αρνητικά αποτελέσματα.

Νέες τάσεις  και προοπτικές

Ο χώρος της επιστημονικής δημοσίευσης αλλάζει τα τελευταία χρόνια με μεγάλους ρυθμούς. Την αλλαγή αυτή έφερε η τεχνολογική έκρηξη του διαδικτύου, η υπερβολική αύξηση του αριθμού των επιστημονικών περιοδικών και των εργασιών που υποβάλλονται για κρίση, αλλαγές στην κοινωνία και στο χώρο της εκπαίδευσης και ιδιαίτερα η διαπίστωση ότι το παρόν σύστημα είναι προβληματικό, δεν είναι δίκαιο και δεν προάγει την επιστήμη.

Οι εξελίξεις στις επιστημονικές δημοσιεύσεις περιλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό την άνοδο και καθιέρωση των περιοδικών ανοιχτής πρόσβασης, την κρίση εργασιών με έμφαση στην ορθότητα των μεθόδων και όχι στο αντικείμενο ή στο ενδιαφέρον που αυτό παρουσιάζει (π.χ. PLOS, Peer-J), την κρίση από επώνυμους κριτές ή την κρίση μετά τη δημοσίευση, ιδρυματικές ιστοσελίδες, ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες και repositories (figshare, researchgate, arXiv), πολλαπλές μορφές του ίδιου άρθρου με διαφορετικά media, την καλύτερη ενημέρωση των συγγραφέων σχετικά με ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας, την αρχειοθέτηση και διατήρηση ερευνητικών αποτελεσμάτων σε ειδικούς ιστοχώρους και άλλα. Έδαφος κερδίζουν και νέα εργαλεία που ως τώρα χρησίμευαν στην εκλαϊκευμένη και καθημερινή διακίνηση πληροφοριών, όπως τα ιστολόγια (blogs), ιστοσελίδες ιδρυμάτων ή ερευνητών, κοινωνικά δίκτυα (facebook, twitter), και άλλα. Αυτά τα νεότερα εργαλεία επικοινωνίας επιταχύνουν την άμεση επικοινωνία μεταξύ των μελών της επιστημονικής κοινότητας και τείνουν να παρακάμψουν τα επιστημονικά περιοδικά (Piwowar 2013). Φυσικά τα περιοδικά αυτά δεν πρόκειται ποτέ να εκλείψουν. Αντίθετα αναμένεται να αλλάξουν σιγά σιγά ρόλο και να λειτουργήσουν σε αρμονία με τις νέες τεχνολογίες.

Το ερώτημα παραμένει αν η ακαδημαϊκή κοινοποίηση των πληροφοριών θα γίνει πιο δίκαιη με τη βοήθεια των νέων αυτών εργαλείων. Σίγουρα μπορεί να γίνει πιο ανοικτή και πιο εναλλακτική. Για να γίνει όμως πιο δίκαιη πρέπει να αλλάξει το ίδιο το ακαδημαϊκό σύστημα και κυρίως ο τρόπος αξιολόγησης νέων επιστημόνων και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Οι νέοι τρόποι κοινοποίησης της έρευνας δεν διαφυλάσσουν έναν νέο επιστήμονα από μια δυσμενή κρίση στο μέλλον, αφού οι όποιοι κριτές βρεθούν στο δρόμο του θα μετρήσουν απλά τον IF των περιοδικών των εργασιών του σε μια προσπάθεια ποσοτικοποίησης της αξίας του. Για να αλλάξει το σύστημα που κυριαρχεί σήμερα και να αντιμετωπιστεί ο ακαδημαϊκός ελιτισμός, πρέπει να αλλάξουν αντιλήψεις, φιλοσοφίες και τρόποι λειτουργίας. Αυτά αλλάζουν δύσκολα και επίπονα. Αλλάζουν δε μόνο από πάνω. Δεν φτάνει να τολμά ένας επιστήμονας να δημοσιεύει τα προϊόντα της εργασίας του χρησιμοποιώντας νέα εργαλεία. Οφείλουν οι ερευνητές των ανώτερων βαθμίδων να τον αξιολογήσουν με βάση το συνολικό του έργο και να προσμετρήσουν όλα του τα αποτελέσματα (Schmidt 2013). Αυτό σίγουρα κάνει μια ακαδημαϊκή κρίση πολύπλοκη, αλλά πιθανόν πιο δίκαιη. Μια τέτοια προσπάθεια έχει ήδη ξεκινήσει με τη διακήρυξη του San Francisco (DOA – Schmidt 2013), όπου οι επιστήμονες καλούνται να δεσμευτούν ότι στο μέλλον δεν θα κρίνουν έναν συνάδερφο, μια ερευνητική πρόταση ή μια χρηματοδότηση μόνο με βάση κάποιους ποσοτικούς δείκτες. Αν η τάση αυτή επικρατήσει, τότε τα σημερινά εργαλεία θα βοηθήσουν σημαντικά σε μια δίκαιη ακαδημαϊκή κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας.


Βιβλιογραφία

Abelson, H. (2008). “Open Access Publishing: The Future of Scholarly Journal Publishing”. ΜΙΤ Faculty Newletter. Vol. XXI No. 2. Ανακτήθηκε στις 12 Αυγούστου 2013 από http://web.mit.edu/fnl/volume/212/abelson.html

Bornmann. L., Marx, W., Gasparyan, A.Y., Kitas, G.D. (2012). “Diversity, value and limitations of the journal impact factor and alternative metrics”. Rheumatology International. 32(7), 1861−1867. doi: 10.1007/s00296

Eysenbach, G. (2006). “Citation advantage of open access articles”. PLoS Biol 4(5): e157. doi:10.1371/journal.pbio.0040157. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2013 από http://www.plosbiology.org/article/info%3Adoi%2F10.1371%2Fjournal.pbio.0040157

Grayson, K. (2009). “5 Trends that Indicate Scholarly Publishing Models are No Longer Sustainable”. Chasing Dragons blog entry. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνλιου 2013 από http://www.chasingdragons.org/2009/08/5-trends-that-indicate-scholarly-publishing-models-are-no-longer-sustainable.html

Hauser, M., Fehr, E. (2007). “An Incentive Solution to the Peer Review Problem”. PLoS Biol 5(4): e107. doi:10.1371/journal.pbio.0050107. Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2013 από http://www.plosbiology.org/article/info:doi/10.1371/journal.pbio.0050107

Ioannidis, J.P.A. (2005). “Why most published research findings are False”. PLoS Med 2(8): e124. doi:10.1371/journal.pmed.0020124. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2013 από http://www.plosmedicine.org/article/info:doi/10.1371/journal.pmed.0020124

Laband, D.N., Piette, M.J. (1994). “Favoritism versus Search for Good Papers: Empirical Evidence Regarding the Behavior of Journal Editors”. Journal of Political Economy Vol. 102, No. 1, pp. 194-203.

Lawrence, S. (2001). “Free online availability substantially increases a paper’s impact”. Nature. 411, 521.

Lynch, C.A. (2003). “Institutional repositories: Essential infrastructure for  scholarship in the digital age”. portal: Libraries and the Academy 3.2 (2003): 327-336. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουνίου 2013 από http://muse.jhu.edu/login?auth=0&type=summary&url=/journals/portal_libraries_and_the_academy/v003/3.2lynch.pdf

Miller, C.T., Harris, J.C. (2004). “Scholarly journal publication: Conflicting agendas for scholars, publishers, and institutions”. Journal of Scholarly Publishing. 35(2), 73-91.

Piwowar, Η. (2013). “Altmetrics: Value all research products”. Nature 493, 159.

Pain, E. (2013). “Interactive Peer Review: For Authors, Potential Downsides”. Science Careers, April 12, 2013. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2013 από http://sciencecareers.sciencemag.org/career_magazine/previous_issues/articles/2013_04_12/caredit.a1300072

Papageorgiou, AC (2013). “Unterkritisch: doing science under adverse conditions…” FGLab blog entry. Ανακτήθηκε στις 2 Μαίου 2013 από https://arilab.wordpress.com/2013/05/02/unterkritisch-doing-science-under-adverse-conditions/

Schmid, S.L. (2013). “Beyond CVs and Impact Factors: An Employer’s Manifesto”. Science Careers, September 03, 2013. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2013 από http://sciencecareers.sciencemag.org/career_magazine/previous_issues/articles/2013_09_03/caredit.a1300186

Seglen, P.O. (1997). “Why the impact factor of journals should not be used for evaluating research”. BMJ 314, 498–502.

Suber, P. (2009). “Knowledge as a public good”. SPARC Open Access Newsletter, issue #139. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουλίου 2013 από http://legacy.earlham.edu/~peters/fos/newsletter/11-02-09.htm

Suber, P. (2012). Open Access. Boston: MIT Press. Available at http://mitpress.mit.edu/sites/default/files/titles/content/9780262517638_Open_Access_PDF_Version.pdf

Symonds, M.R., Gemmell, N.J., Braisher, T.L., Gorringe, K.L., Elgar, M.A. (2006). “Gender Differences in Publication Output: Towards an Unbiased Metric of Research Performance”. PLoS ONE 1(1): e127. doi:10.1371/journal.pone.0000127. Ανακτήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2013 από http://www.plosone.org/article/info:doi/10.1371/journal.pone.0000127

Τhe PLoS Medicine Editors, (2006). “The Impact Factor Game”. PLoS Med 3(6): e291. doi:10.1371/journal.pmed.0030291. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2013 από http://www.plosbiology.org/article/info:doi/10.1371/journal.pbio.0050107

Van Noorden, R. (2010). “Metrics: A profusion of measures”. Nature. 465(7300), 864−866. doi: 10.1038/465864a

Vanclay, J.K. (2012). “Impact Factor: Outdated artefact or stepping-stone to journal certification”. Scientometrics 92, 211–238.

Willinsky, J. (2005). “Scholarly Associations and the Economic Viability of Open Access Publishing”. Open Journal System Demonstration Journal, 1(1). Ανακτήθηκε στις 12 Αυγούστου 2013 από http://works.bepress.com/cgi/viewcontent.cgi?article=1012&context=ir_research

Freeing Animals From Our Evolutionary Traps

Posted: 12/06/2013 by arilab in General

Freeing Animals From Our Evolutionary Traps.

Science news: June 11, 2013 — Using wood for energy is considered cleaner than fossil fuels, but a Dartmouth College-led study finds that logging may release large amounts of carbon stored in deep forest soils.

http://www.sciencedaily.com/releases/2013/06/130611122103.htm?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+sciencedaily%2Fearth_climate%2Frainforests+%28ScienceDaily%3A+Earth+%26+Climate+News+–+Rainforests%29

Reblogged from http://am.ascb.org/dora/

San Francisco Declaration on Research Assessment

Putting science into the assessment of research


There is a pressing need to improve the ways in which the output of scientific research is evaluated by funding agencies, academic institutions, and other parties.

To address this issue, a group of editors and publishers of scholarly journals met during the Annual Meeting of The American Society for Cell Biology (ASCB) in San Francisco, CA, on December 16, 2012. The group developed a set of recommendations, referred to as the San Francisco Declaration on Research Assessment. We invite interested parties across all scientific disciplines to indicate their support by adding their names to this Declaration.

The outputs from scientific research are many and varied, including: research articles reporting new knowledge, data, reagents, and software; intellectual property; and highly trained young scientists. Funding agencies, institutions that employ scientists, and scientists themselves, all have a desire, and need, to assess the quality and impact of scientific outputs. It is thus imperative that scientific output is measured accurately and evaluated wisely.

The Journal Impact Factor is frequently used as the primary parameter with which to compare the scientific output of individuals and institutions. The Journal Impact Factor, as calculated by Thomson Reuters, was originally created as a tool to help librarians identify journals to purchase, not as a measure of the scientific quality of research in an article. With that in mind, it is critical to understand that the Journal Impact Factor has a number of well-documented deficiencies as a tool for research assessment. These limitations include: A) citation distributions within journals are highly skewed [1–3]; B) the properties of the Journal Impact Factor are field-specific: it is a composite of multiple, highly diverse article types, including primary research papers and reviews [1, 4]; C) Journal Impact Factors can be manipulated (or “gamed”) by editorial policy [5]; and D) data used to calculate the Journal Impact Factors are neither transparent nor openly available to the public [4, 6, 7].

Below we make a number of recommendations for improving the way in which the quality of research output is evaluated. Outputs other than research articles will grow in importance in assessing research effectiveness in the future, but the peer-reviewed research paper will remain a central research output that informs research assessment. Our recommendations therefore focus primarily on practices relating to research articles published in peer-reviewed journals but can and should be extended by recognizing additional products, such as datasets, as important research outputs. These recommendations are aimed at funding agencies, academic institutions, journals, organizations that supply metrics, and individual researchers.

A number of themes run through these recommendations:

  • the need to eliminate the use of journal-based metrics, such as Journal Impact Factors, in funding, appointment, and promotion considerations;
  • the need to assess research on its own merits rather than on the basis of the journal in which the research is published; and
  • the need to capitalize on the opportunities provided by online publication (such as relaxing unnecessary limits on the number of words, figures, and references in articles, and exploring new indicators of significance and impact).

We recognize that many funding agencies, institutions, publishers, and researchers are already encouraging improved practices in research assessment. Such steps are beginning to increase the momentum toward more sophisticated and meaningful approaches to research evaluation that can now be built upon and adopted by all of the key constituencies involved.

The signatories of the San Francisco Declaration on Research Assessment support the adoption of the following practices in research assessment.

General Recommendation

1. Do not use journal-based metrics, such as Journal Impact Factors, as a surrogate measure of the quality of individual research articles, to assess an individual scientist’s contributions, or in hiring, promotion, or funding decisions.

For funding agencies

2. Be explicit about the criteria used in evaluating the scientific productivity of grant applicants and clearly highlight, especially for early-stage investigators, that the scientific content of a paper is much more important than publication metrics or the identity of the journal in which it was published.

3. For the purposes of research assessment, consider the value and impact of all research outputs (including datasets and software) in addition to research publications, and consider a broad range of impact measures including qualitative indicators of research impact, such as influence on policy and practice.

For institutions

4. Be explicit about the criteria used to reach hiring, tenure, and promotion decisions, clearly highlighting, especially for early-stage investigators, that the scientific content of a paper is much more important than publication metrics or the identity of the journal in which it was published.

5. For the purposes of research assessment, consider the value and impact of all research outputs (including datasets and software) in addition to research publications, and consider a broad range of impact measures including qualitative indicators of research impact, such as influence on policy and practice.

For publishers

6. Greatly reduce emphasis on the journal impact factor as a promotional tool, ideally by ceasing to promote the impact factor or by presenting the metric in the context of a variety of journal-based metrics (e.g., 5-year impact factor, EigenFactor [8], SCImago [9], h-index, editorial and publication times, etc.) that provide a richer view of journal performance.

7. Make available a range of article-level metrics to encourage a shift toward assessment based on the scientific content of an article rather than publication metrics of the journal in which it was published.

8. Encourage responsible authorship practices and the provision of information about the specific contributions of each author.

9. Whether a journal is open-access or subscription-based, remove all reuse limitations on reference lists in research articles and make them available under the Creative Commons Public Domain Dedication [10].

10. Remove or reduce the constraints on the number of references in research articles, and, where appropriate, mandate the citation of primary literature in favor of reviews in order to give credit to the group(s) who first reported a finding.

For organizations that supply metrics

11. Be open and transparent by providing data and methods used to calculate all metrics.

12. Provide the data under a licence that allows unrestricted reuse, and provide computational access to data, where possible.

13. Be clear that inappropriate manipulation of metrics will not be tolerated; be explicit about what constitutes inappropriate manipulation and what measures will be taken to combat this.

14. Account for the variation in article types (e.g., reviews versus research articles), and in different subject areas when metrics are used, aggregated, or compared.

For researchers

15. When involved in committees making decisions about funding, hiring, tenure, or promotion, make assessments based on scientific content rather than publication metrics.

16. Wherever appropriate, cite primary literature in which observations are first reported rather than reviews in order to give credit where credit is due.

17. Use a range of article metrics and indicators on personal/supporting statements, as evidence of the impact of individual published articles and other research outputs [11].

18. Challenge research assessment practices that rely inappropriately on Journal Impact Factors and promote and teach best practice that focuses on the value and influence of specific research outputs.

References

  1. Adler, R., Ewing, J., and Taylor, P. (2008) Citation statistics. A report from the International Mathematical Union. http://www.mathunion.org/publications/report/citationstatistics0
  2. Seglen, P.O. (1997) Why the impact factor of journals should not be used for evaluating research. BMJ 314, 498–502.
  3. Editorial (2005). Not so deep impact. Nature 435, 1003–1004.
  4. Vanclay, J.K. (2012) Impact Factor: Outdated artefact or stepping-stone to journal certification. Scientometrics 92, 211–238.
  5. The PLoS Medicine Editors (2006). The impact factor game. PLoS Med 3(6): e291 doi:10.1371/journal.pmed.0030291.
  6. Rossner, M., Van Epps, H., Hill, E. (2007). Show me the data. J. Cell Biol. 179, 1091–1092.
  7. Rossner M., Van Epps H., and Hill E. (2008). Irreproducible results: A response to Thomson Scientific. J. Cell Biol. 180, 254–255.
  8. http://www.eigenfactor.org/
  9. http://www.scimagojr.com/
  10. http://opencitations.wordpress.com/2013/01/03/open-letter-to-publishers
  11. http://altmetrics.org/tools/

stress-in-science-300x164This post is about science, but it has a strong personal bias: my own experience in the field of scientific research, academic existence and survival. The views described here are strictly my own. So, please do not connect this post with the University I work for, or the lab I run. And most important, do not consider that these views are shared by my colleagues. As far as I know, not one agrees completely with me in this issue, and this is fine of course. The conclusions you are going to read are not based on a research or study. They just spring on the keyboard directly from my head.

I have a close friend called Reiner. He is a great friend, always giving me support when I need it and I try to do the same for him. Reiner is an experienced scientist in the same scientific field that I also work, despite some differences we may have in interests and priorities in research. Ten years ago, when the Forest Genetics Laboratory started operating in Orestiada, the small Greek town where our Faculty is based, Reiner visited me to give a hand in setting the lab procedures. After working, visiting interesting places and meeting people, we relaxed and enjoyed a well deserved beer in a local pub. We started talking about priorities in research and teaching. Reiner – always honest and straightforward – he downplayed the chances I had to perform research of high quality. He said that our lab and our faculty was “unterkritisch“. I do not know the English word. Under-critical maybe, but I am not sure if it does mean the same. Reiner meant that the size and location of this small university is dooming any chance of excellence. Or at least of proper function. He meant that no matter how well I work, or how interesting scientific questions I may rise, the infrastructures available and the surrounding academic environment would hinder me from doing first class science. I remember that I have disagreed with him. We discussed on this issue for a few hours more (we may have also consumed some more beer). I remember telling my friend that interesting scientific questions are more important than lab equipment and that great research can be done by designing experiments properly, working with other labs and using the right kind of analysis. I told him that hard work and talent would give great results that could lead to high quality publications. I thought at that time that I was right and that Reiner was too pessimistic. But Reiner knew better. He tried to cool down my expectations to protect me from disappointment. And of course, he was 100% right. Not only because the academic environment of our lab is adverse, but mainly because research has gone such a way, that a small lab would never have the chance to fit in.Overworked

Operational and funding problems

Core funding in our University is a joke. Core funding is a joke for any Greek university. It is probably the same for other countries as well. And this has been so for ever, long ago before the financial crisis knocked on our door. I run a small molecular lab that needs – more or less – 600 euros / week, if we operate normally, thus running one PCR reaction per day (96 wells), not counting costs for isolating DNA or basic infrastructure.  And not counting failures of course. Or the need to have fragments sequenced. We pray to all possible divine forces out there that we will have no damage in any device or instrument. That our -86 freezer will hold another summer, for example. The money our lab receives every year was 600 – 850 euros. And this is not sure for the next years due to the crisis. I also receive 2000 euros more from our graduate programme, again depending on the year. So, more or less 2700 euros / year, but not only for lab consumables: For everything I may need, such as pencils, toner for our printers and batteries for our GPS device. Currently the lab tries to support 4 PhD students, 2 more collaborating PhD students, 1 MSc student and several students that wish to work in the lab for their degree theses. Not counting the standard training of the undergraduate and graduate students. So, how on earth did I manage to fund all this during the previous 10 years? Well, the answer is not simple. Some of the money comes from my own family budget. For example, I have bought the timber to make the first benches, with the help of a friend. My students and I buy gloves, alcohol (for the lab) and tissue paper. Some other consumables are bought using wisely managed funds that have once arrived in our lab, such as donations, grants etc. Some consumables derive from colleagues who need less funds than they get (such as disciplines that do not include lab work). And of course, I was forced to reduce the work done in our lab. Some PhD students work in other labs. Some others use the opportunity of exchange programmes to get trained elsewhere. Reiner has been a major help, by allowing me to run a series of analyzes in his lab. And of course, some of the money needed in the lab derived from a small number of projects that we run from time to time. More about projects will be explained below.

Funding is much less than I need to run the lab. But consumables is not so much an issue as are travel expenses that we need to collect samples. Working with scientific questions related with forest genetics means collecting samples from wild plant populations. Forests and pastures in Greece can be found mainly on the mountains. Most plant species are scattered in small groups growing on different mountains. Sampling in Greece requires a 4X4 vehicle, several days or weeks and a lot of money for gasoline and other expenses. All these costs are not covered by any type of funding. Only one project 6 years ago provided travel expenses for sampling and this was again not easy due to the bureaucracy of the university administration. During the last years, gas price has doubled and my salary is reduced severely. Sampling cannot be funded by me anymore.

So, why don’t you apply for projects, to cover the expenses of your research? This is a question I hear frequently. I have tried. I have applied several times for small or large projects. I have had some success. I will say more about international projects below. The evaluation of national projects is a curious procedure. I have no clue how they evaluate the proposals. I mean that there is a great percentage of luck needed to get something funded out of the national budget. And maybe connections. And probably a good name in the field. Our central administration is called “research committee” and is based in a city 200 kilometres away. This committee keeps part of the money arriving through the projects (mostly 12%) in order to make all arrangements and perform the administrative work. So, they have procedures. And these procedures are so complex and time consuming that need someone in our lab to work full time to cope with this challenge. A good example is what happened last summer. I have found a nice call from the national budget on research and thought that I could apply. I had the research question already written down and some of it was already underway. I was optimistic. Until I got an email and then a phone call from some guy from the Research Committee. He told me to fill several forms BEFORE even applying, just for the formalia of the committee. The information he was asking was extreme (e.g. the salary I got during the last 5 years, the insurance payments, bla bla) and he also needed some signatures of officials and a decision of the faculty board. And some other things I am not allowed to discuss in public. I could not do this alone. I have no secretary or any kind of assistance. Thinking that succeeding in my application would create much more communication with persons like this guy, I have decided not to apply. If you are not familiar with universities in my country, this story will sound weird to you. But think that logic has no place when the only reason of the procedures is to avoid responsibility for the central administration. Another example: I am part of an international project with a small role. The money we will receive will be 1750 euros for a student of mine to work and 2000 for consumables, nothing else. The money is ready to be sent to us from abroad. This has to be done through the Research Committee. They sent me a list of 17 papers I have to prepare to open a project account there. I decided to let the student do that, since he will be the beneficiary of this story, even at a very low scale. He failed to communicate with the people there. I have no idea whose fault it was. I had to jump in and sacrifice hours of not days to try to understand what was going on. And I failed as well. After almost two years, we have still not received the money, although we have done the research needed. These circumstances make a participation at an international project impossible.

drawing-of-overworked-accountant1There is another reason why the participation at an international project is almost impossible. During the last years, visiting conferences has been extremely difficult. With my salary I have limited ability to travel. Yes, the university pays a small part of the cost and of course they do not pay the conference registration fee. With fees of several hundreds of euros, people like me are excluded right from the beginning. The last time I was in a conference was in 2009 in Sofia, where I was able to travel by bus (!) and the registration fee was no more than 150 euros if I remember well. But lack of mobility and participation in conference is just one side of the story. The other one – I believe – is called “excellence” and the way some people deal with it. Of course excellence is nice and international funding bodies, such as the DG Research of the European Union should fund the most excellent. But the way the system operates, there is not a chance for a small scale scientific group or lab or person to become “excellent” unless they are part of this system. I mean that there is a high degree of elitism in participating in funded international research groups. This problem is a known situation and in the EU, it has escalated during the early 2000s when the FP6 was launched. The FP6 funded the existence and maintenance of networks, not projects. So, during the formation of these networks, if someone was out, then he was out for good. Excluded from EU research funds for the next decade or so. I still remember that I was encouraged to participate at a meeting in Strasbourg in 2002, long time ago, when the creation of such a network would be organized. I found myself in the cafeteria of the European Parliament and realized that I was there with some others, but the majority of the conference participants were not there. We all realized (the people in the cafeteria) that the others were in a private meeting shaping the network. The other who drunk coffee with me were just like me: researchers representing small labs or universities. People out of the system. The “hot shots” were in the private meeting. This is how it goes. Of course, I was just starting my university career at that time and my lab was still under development. But this diss-communication from the happenings would never allow me to have a serious European project, no matter how good I may become later or how original my ideas are. My only international collaboration became Reiner and his lab. His support and collaboration allowed me to achieve the most important research activities of the lab during the last years. And this collaboration would never happen if Reiner were not my friend.

Publish or perishempty

The international system of scholarly communication works mainly through publications in peer review journals, the so called papers. There is much discussion about the effectiveness of this system during the last decade. There are several movements of alternative systems, supporting open access journals, open access data, post-publication reviews, etc. I have an opinion about all this, but right now I wish to explain how the current system affects my life and career. I want to show that when a researcher based in a remote and small lab is submitting a manuscript, he is disadvantaged right from the beginning. And this happens in the middle of a paranoid environment of absolute quantification of scientific quality. What I mean, is that whenever a scientist is evaluated, either for a new position, or a promotion up in the tenure ladder the ONLY thing people count is the number of papers he/she has published in international peer reviewed journals. While this index is a good tool, when used exclusively, it becomes an instrument of terror, especially for young researchers who start their career. I believe that the evaluators who judge the chances of a researcher to become something in this world, are too much bored or incapable to read the actual publications of the candidate and really express an opinion. It is so much easier to just use the number of publications, estimate the average impact factor of the journals hoisting these publications and sometimes use the number of citations. All these numbers, in order to just avoid reading the papers. And this kind of evaluation applies everywhere in academia. It decides who will get promoted, who will get his project funded, which department will be shut down, who will exist and who will vanish from the sunlight of science.

This is the starting point of a madness: everyone tries to publish no matter what. They are willing to do anything, just to see their publication list increasing. They prepare manuscripts the way the journals want to have. They use tools the reviewers will most likely accept, such as fancy statistics (even when they are not needed) or new lab techniques (although the old ones are just as good). They tend to do research towards popular and trendy issues, using buzzwords and cliche. Some colleagues have managed to find journals that are “easy” to accept manuscripts and submit their work there. Some others just repeat the same procedure with different data and break down their findings in several small publications. Most of us are ready and willing to PAY to get published. Now, this is a major issue. Publishing costs: Mainstream journals ask money for colour graphics and illustrations, editing of English, etc. Open access journals ask for a fee from the authors. There are several arguments why this is not so bad. They say that institutions usually pay for this. Unfortunately not in most countries and definitely not in our university. They say that there is discount or even free publishing for specific countries that are listed somewhere. Well, many countries are not listed there and still having an academic system where publication costs are not covered. They also say that most open access journals are for free. It is true, but not for the really good ones (the ones counted by the evaluators).

Besides costs, per review evaluation and screening of manuscripts faces serious problems connected with human nature. I read everywhere in blogs and I hear in discussions that many scientists are stuck among rejections, major reviews and some really nasty comments of reviewers. I have experienced this myself. Everyone in the business can tell stories about tough reviewers and demanding editors. This is not new. I hear people say that it gets more and more difficult to publish in certain “good” journals. Especially from the viewpoint of a small research group, a low budget lab. “Unterkritisch” remember? I will give you an example. Lets say that a small lab runs a series of sound and successful PCR reactions and sees fragments in agarose gels. Sampling has been extensive and the analysis on the data is brilliant. A number of nice research questions can be thus answered. A manuscript is prepared and the reviewers start asking: “why did you not use 1000 more markers”? Or “please provide sequences”. It seems that nowadays people do not care that the markers used may be ENOUGH to answer the scientific question presented in the beginning of a manuscript. Or then “use this and that for the analysis”, or “why don’t you just cite these papers” (this is the point where the identity of the reviewers is often exposed…). Why does this happen? Is this a worlds conspiracy against manuscripts? Not at all. I believe that nowadays reviewers are more and more irrelevant to the manuscripts they judge.The number of manuscripts has increased dramatically (since everyone tries to build an impressive publication record) and the journals have problems finding reviewers. It comes often to a point where certain reviewers know only a few things about the subject of the paper they judge. They focus then in a few details they may know, or consider critical, and fail to see the whole concept. I have been asked to review totally irrelevant papers and I have declined doing so. I know many other who haven’t.

My personal experience is full of such cases. I have seen reviews where it was obvious that the reviewer knew only about a small part of the paper and lost the broad picture completely. Still, he/she made a hard critique, suggesting impossible improvements and focusing on secondary issues. I got a manuscript rejected because I used “analyze” instead of “analyse”. I know examples where the editor just read the abstract. I got one reviewer asking for more statistics and the second reviewer asking for less. I have done an analysis suggested by a reviewer and then the next reviewer did not like it. So, finally who is publishing? The reviewers or the author? Authors shape their manuscripts and their research in “reviewer-friendly” format, which carries more chances to be accepted. Is this good for science?

And another thing. I know that it may sound like a complain. But it is true. Some people publish easier than others. Some countries and some institutions and of course some names have better access to high ranked journals than others. I know that certain highfloss profiled institutes have never managed to publish in certain journals. And by looking at these journals, there are sometimes really bad papers published. Most are brilliant, but some are bad, indifferent, just repetitions. The system is not perfect. No system is perfect. But it is even more difficult to get access to it from a small lab in a remote area of a small country. And with a low budget.

A small research group

People working in academic positions in my country (and as far as I know almost everywhere) have three main duties: teaching, research, administration. And there are a lot of sub-divisions within these three categories. In small scale labs, all these activities are carried out by a small number of people. In the case of our Forest Genetics Lab, all this is done by one person, myself. The only people who help me are undergraduate and postgraduate students. Since the ability to pay them is restricted by the system and the current situation, there is no way to have a stable and effective support in almost nothing but lab everyday work. Even in the lab, there are administrative or technical tasks that a student cannot solve. So, one person only has to manage all administrative paper work and bureaucracy, read literature and be in top form in science, prepare teaching material, printed or online, teach and examine, perform lab activities, teach students how to use the lab, find research funding, run the lab, supervise and advise PhD students and write the papers. Did I forget something. Yes, several other activities that are good for the faculty, the university and the career of the researcher. In my case, I have made a clear choice towards teaching. This is priority, but other duties are also urgent. Teaching cannot be done without being good in research and this is very true. My colleagues and I run labs, all by ourselves.

The future?

Things are changing in academic life worldwide. I hope that there will be developments that will make scientific work and dissemination more effective and fair. Some of the tools already exist: repositories, post-publication review, blogs and media, different metrics, journals with different priorities and style, etc. The key will be to have a change in mentality of people like me who try to survive within the “system”. Our small and “unterkritisch” lab, and many other labs like ours, have succeeded in some extent. There is a way of moving forward, trying to do the best with what is available. This is the biggest reward for people in universities, to see a student developing skills, to have a nice research question answered. To take part in broader groups and to be able to communicate science better. There are moments of satisfaction and success, that are not necessary related with the classical ways the current system provides to measure excellence.

I believe that scientists in all kinds of labs should work using new tools and manage to create sound science and disseminate it much broader than used so far. There is a role for all these small research units, labs and groups: to provide scientific training of high quality and to increase access of the public in scientific results. Maybe an “unterkritish” lab will never make a major breakthrough in science, publish in Nature or Science. But it can still play a significant role for the promotion of science in our society. Finally, my good friend Reiner was right about the chances our lab had to show excellency in the field we work on. But even such a lab has an important role to play. There is only one way to move forward. To work better and use the tools available. Untrerkritisch but optimistic!

I believe that it is worth finding the time to read this article. There are many things to be discussed about the nature of the academic system and the nature of human ambition and limits.

http://www.nytimes.com/2013/04/28/magazine/diederik-stapels-audacious-academic-fraud.html?pagewanted=1&_r=0

Αξίζει τον κόπο να βρούμε λίγα λεπτά να διαβάσουμε το άρθρο αυτό. Είναι πολλά πράγματα που πρέπει να συζητηθούν σχετικά με το ακαδημαϊκό σύστημα και τη φύση της ανθρώπινης φιλοδοξίας.

Could not agree more…

Sauropod Vertebra Picture of the Week

Is there any justification for any of these practices other than tradition?

  • Choosing titles that deliberately omit new taxon names.
  • Slicing the manuscript to fit an arbitrary length limit.
  • Squeezing the narrative into a fixed set of sections (Introduction, Methods, Results, Conclusion).
  • Discarding or combining illustrations to avoid exceding an arbitrary count.
  • Flattening illustrations to monochrome.
  • Using passive instead of active voice (especially in singular: “we did this” may be acceptable but not “I did this” for some reason).
  • Giving the taxonomic authority after first use of each formal name.
  • Listing institutional abbreviations at end of the Introduction section, several pages into the paper.
  • Using initials for names in the acknowledgements.
  • Refusing to cite in-prep papers, dissertations and blogs (while accepting pers. comm.)
  • Using numbered citations instead of Author+Date.
  • Using journal abbreviations such as “J. Vertebr. Paleontol.” in the references.
  • Formatting references
  • Having references at all, rather…

View original post 65 more words

A very nice post explaining the evolution (and the dead end) of modern scientific publishing.

Sauropod Vertebra Picture of the Week

I mentioned earlier that I was in Oxford yesterday — mostly to participate in the debate at the Oxford Union, “Evolution or Revolution in Science Communication?” I was on the revolution side, with Jason Hoyt (PeerJ), Amelia Andersdotter (Swedish Pirate Party MEP) and Paul Wicks (Patientslikeme). The “evolution” side was represented by David Tempest (Elsevier), Graham Taylor (ex Publishers’ Association), Jason Wilde (Nature) and — rather surprisingly — Cameron Neylon (PLOS).

Here is my opening statement:

Evolution or Revolution In Science Communication

Mike Taylor, University of Bristol

dino@miketaylor.urg.uk

“Rigour and Openness in 21st Century Science” conference

Oxford, Thursday 11 April 2013.

In my academic life, I study the evolution of dinosaurs. I know a bit about evolution, and before I give my position in this evolution-or-revolution debate, I’d like to dispel a few evolutionary myths.

First, the Victorians liked to talk about the scalanaturae, the great chain of…

View original post 667 more words

http://cran.r-project.org/web/views/Environmetrics.html

CRAN Task View: Analysis of Ecological and Environmental Data

Maintainer: Gavin Simpson
Contact: ucfagls at gmail.com
Version: 2013-03-23

Open access journals: impact vs. price

Posted: 06/04/2013 by arilab in General
Tags: , ,

Is the price of OA journals relevant to the impact of the articles? Read this study!

http://www.eigenfactor.org/openaccess/index.php

Image

WWF France released the report “Ancient Forests in the Northern Mediterranean: Neglected High Conservation Value Areas”, by Mansourian, S., Rossi, M. and Vallauri, D.

The report is available to download here: http://www.foretsanciennes.fr/wp-content/uploads/Rapport_Ancient_Forests_29mars.pdf.

Mediterranean forests is an ecoregion characterized as priority for conservation for several reasons. This report approaches the so-called “ancient forests”, a category of forest ecosystems that are partially covered by existing legislation and protection status, but not yet documented and described as such. There is a definition for “ancient forest” in the report:

“a general, relatively loose term to signify those forests that exhibit a number of fundamental forest ecological qualities, including ancientness but also complex structures, presence of deadwood, diversity of species and habitats, evidence of disturbance etc.”

Worth reading!

Στο site “http://www.didaktorika.gr/eadd/” μπορείτε να βρείτε τις διδακτορικές διατριβές Ελλήνων επιστημονων. τα περισσότερα αρχεία μπορούν έχουν ανοιχτή πρόσβαση.

You can find an archive of PhD theses written by Greek scientists here: http://www.didaktorika.gr/eadd/. Most of the files are available to download.

A short text explaining why data should be citable and how to do it. This manifesto was conducted during the ‘Beyond the PDF’ conference in Amsterdam, 20 March 2013 (more info on the conference here: http://lanyrd.com/2013/btpdf2/). Sign this manifesto if you agree and spread it!

The Amsterdam Manifesto on Data Citation Principles

Preface:

We wish to promote best practice in data citation, to facilitate access to data sets, and to enable attribution and reward for those who publish data. To that end, we propose:

1. Data should be considered citable products of research.

2. Such data should be held in persistent public repositories.

3. If a publication is based on data not included in the text, those data should be cited in the publication.

4. A data citation in a publication should resemble a bibliographic citation.

5. A data citation should include a unique persistent identifier (a DataCite DOI recommended, unless other persistent identifiers are in use within the community).

6. The identifier should resolve to provide either direct access to the data or information on accessibility.

7. If data citation supports versioning of the data set, it should provide a method to access all the versions.

8. Data citation should support attribution of credit to all contributors.

***Please correct***

See http://www.flickr.com/photos/future15/8575092054/sizes/l/in/photostream/

via https://twitter.com/TAC_NISO/status/314377789258215425

AvdK: suggestion for adding
Sign and Share

We invite you to read the Manifesto and sign it, if you wish to show your support.

We also invite you to share this site [url website] with your contacts, colleagues and friends.

About

This Manifesto has been produced within the context of the ‘Beyond the PDF’ conference in Amsterdam, 20 March 2013.

This is an awful conference poster

A bad poster – a negative example, by Colin Purrington. Why is this poster awful: http://colinpurrington.com/2012/example-of-bad-scientific-poster/
Also read, how to prepare a nice poster for a conference: http://colinpurrington.com/tips/academic/posterdesign

Image  —  Posted: 18/03/2013 by arilab in General
Tags: , ,

Great blog article with useful advice points for scientists who want to expose their work in the media – and get benefits out of this.

by Philip Cowley

in Ballots & bullets, UoN blog.

http://blogs.nottingham.ac.uk/politics/2013/03/14/making-an-impact-how-to-deal-with-the-media/