This website contains all existing manuals tutorials and guides that one may need to work with R statistics. A powerful tool for analysis!

Source: The absolute source of R tutorials, manuals and guides

Σε προηγούμενο ποστ κατηγόρησα συνάδελφο ότι απαξίωσε δική μας έρευνα. Ύστερα από επικοινωνία που είχα μαζί του διαπίστωσα ότι παρεξήγησα κάποια πράγματα και ότι δεν υπήρχε τέτοια διάθεση από μέρους του. Και επειδή αντέδρασα παρορμητικά και τον έθιξα μέσα από το προηγούμενο ποστ (που φυσικά απέσυρα), ζητάω δημοσίως συγνώμη για τη δημοσίευση αυτή και ανακαλώ όλα όσα είχα γράψει σχετικά με τη δική του στάση.

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Lewontin
του Αριστοτέλη Παπαγεωργίου

Εισαγωγή
Η εξελικτική βιολογία δεν είναι απλή επιστήμη. Η πορεία της δείχνει μια συνθετική διαδρομή από διαφορετικά – εν πολλοίς αντικρουόμενα – επιστημονικά πεδία, που μοιάζει να συγχωνεύονται σε μια ενιαία θεωρία κατά το μισό περίπου του 20ού αιώνα, 100 χρόνια από τη διατύπωση της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου. Στη συνέχεια, με τα εργαλεία που παρείχε η αλματώδης ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας, η εξελικτική βιολογία αποκτά πειραματική συνιστώσα και διακλαδώνεται πλέον ερχόμενη σε επαφή με άλλους κλάδους της επιστήμης, από τα μαθηματικά και τη βιοχημεία, μέχρι τη φιλοσοφία και τη θεολογία. Επιπλέον, σχετίζεται άμεσα με εφαρμογές της σύγχρονης ζωής, όπως είναι η παραγωγή και η διακίνηση των τροφίμων, η ανθρώπινη υγεία και η πρόοδος της κοινωνίας.

Ο Richard C. Lewontin συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγάλους θεωρητικούς της εξελικτικής βιολογίας. Ανδρώνεται επιστημονικά την περίοδο της λεγόμενης “Νεοδαρβινικής Σύνθεσης”, της θεμελίωσης δηλαδή της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας μέσα από τη σύζευξη της μενδελικής γενετικής και της βιομετρικής προσέγγισης των δαρβινιστών, κάνοντας το διδακτορικό του στο εργαστήριο του Theodosius Dobzhansky, πρωτεργάτη της σύνθεσης αυτής. Στη συνέχεια ο Lewontin γίνεται θεμελιωτής της πειραματικής ανάπτυξης της πληθυσμιακής γενετικής μέσα από την επινόηση της τεχνικής των ισοενζύμων και της ηλεκτροφόρησης, μαζί με τον J.L. Hubby (Hubby & Lewontin 1966). Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν οι πρώτοι μοριακοί δείκτες και μετρήθηκε εργαστηριακά η γενετική ποικιλότητα. Χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα των μοριακών δεικτών, ο Lewontin διατυπώνει πρωτοποριακές θεωρίες σχετικά με την αλληλεπίδραση των γενοτύπων με το περιβάλλον τους, αποδεικνύοντας ότι η αλληλεπίδραση αυτή είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτήν που δείχνουν τα μαθηματικά μοντέλα. Με τη θεωρία των πολυμορφισμών (Lewontin 1985), συνδέει τις θεωρητικές – ως τότε – εξισώσεις της γενετικής πληθυσμών και ιδιαίτερα της φυσικής επιλογής με τα μοτίβα που δίνουν οι πειραματικές εργασίες.

Ο Lewontin δημοσιεύει από το 1952 μέχρι σήμερα ανελλιπώς, τόσο θεωρητικές και πειραματικές εργασίες σε επιστημονικά περιοδικά, όσο και σημαντικά διδακτικά βιβλία βιολογίας και γενετικής, όπως είναι το “The Genetic Basis of Evolutionary Change” (Lewontin 1974) και το πιο κλασσικό ίσως πανεπιστημιακό σύγγραμμα γενετικής “An Introduction to Genetic Analysis” μαζί με άλλους σημαντικούς γενετιστές (Griffiths et al. 2000).

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο Lewontin βάζει στο στόχαστρο τον λεγόμενο “γενετικό ντετερμινισμό” και καταπιάνεται σε μεγάλο βαθμό με την εξελικτική γενετική του ανθρώπινου είδους. Δημοσιεύει μια εργασία ορόσημο για τη γενετική ποικιλότητα και διαφοροποίηση των ανθρώπινων φυλών, αποδεικνύοντας πως η έννοια “ράτσα” δεν υφίσταται βιολογικά (Lewontin 1972). Το 1979 δημοσιεύει μαζί με τον Stephen J. Gould μια εναλλακτική πρόταση στον “ορθόδοξο” δαρβινισμό που θεωρεί τη φυσική επιλογή ως το πρωτογενές αίτιο κάθε μορφής ζωής: Οι Gould και Lewontin προτείνουν ότι η εξέλιξη λειτουργεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό μέσα από πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ χαρακτήρων μέσα στους οργανισμούς, ώστε τελικά ο οργανισμός να είναι η “μονάδα” της εξέλιξης και όχι το γονίδιο, κάτι που υποστηρίζουν πως βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην αρχική σκέψη του Δαρβίνου (Gould and Lewontin 1979).

Έχοντας ήδη δημιουργήσει πρωτοποριακό έργο στην εξελικτική βιολογία, προτείνοντας βελτιώσεις στη νεοδαρβινική σύνθεση και αμφισβητώντας ανοιχτά τον παραδοσιακό δαρβινισμό που εξέφραζε ο δάσκαλός του Dobzhansky (Singh et al. 2001), ο Lewontin ξεκινά μια μακροχρόνια ενασχόληση με την επιστημονική δεοντολογία και με τη σύνδεση επιστήμης – κοινωνίας. Σαν επιστήμονας γίνεται περισσότερο γνωστός για τη μάχη του ενάντια στο γενετικό ντετερμινισμό και την υπεραπλούστευση της βιολογίας. Το πολιτικό και κοινωνικό του έργο παραμένει συνδεδεμένο με την εξέλιξη και τη βιολογία, αλλά επεκτείνεται πλέον στην κοινωνική επιστήμη, την αγροτική οικονομία, την ηθική και τη φιλοσοφία. Στην πορεία του αυτή ο Lewontin αποκτά θαυμαστές και φίλους, αλλά και φανατικούς αντιπάλους. Χωρίς να φοβάται να εκθέσει το εντυπωσιακό του επιστημονικό προφίλ, ακολουθεί πιστά μια πορεία αντιπαράθεσης με δημοφιλείς και “ορθόδοξες” πρακτικές και προσεγγίσεις της επιστήμης από την κοινωνία, την πολιτική και τη δημοσιογραφία. Στο κείμενο αυτό θα γίνει μια σύντομη ανασκόπηση της κοινωνικής και πολιτικής επίδρασης του Lewontin στην εποχή μας και ιδιαίτερα όσο αφορά στην αμφισβήτηση του κοινωνικού δαρβινισμού και του γενετικού ντετερμινισμού.

Ο γενετικός ντετερμινισμός και οι ρίζες του
Ο “βιολογικός ντερεμινισμός” είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πεποίθηση ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά ελέγχεται κυρίως ή ακόμα και αποκλειστικά από τη βιολογική φύση μας (Ridley 2003). Η άποψη αυτή φαντάζει αρχικά παράλογη σε κάποιον που γνωρίζει στοιχειωδώς βιολογία. Είναι όμως ιδιαίτερα διαδεδομένη στην κοινωνία και έχει κατά καιρούς τροφοδοτήσει ακραίες και επικίνδυνες ιδεολογίες. Αλλά και στον επιστημονικό κόσμο, υπάρχουν αξιόλογοι μελετητές του χώρου της βιολογίας που κατά καιρούς εκφράζουν παραλλαγές της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου, όπου δίνεται έμφαση κυρίως στο γονίδιο και στη σημασία του για τη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών των έμβιων ειδών.51XN47PKP6L

Ο “γενετικός ντετερμινισμός” είναι εξειδίκευση του βιολογικού ντετερμινισμού και βασίζεται στην άποψη ότι το γονίδιο είναι η βάση της μορφολογίας και του ενστίκτου των οργανισμών. Πρόκειται για επιστημονική θεωρία που αναπτύχτηκε αρχικά από τον αυστριακό θεωρητικό August Weismann το 1890, πριν ακόμα ανακαλυφθούν οι νόμοι του Mendel. Ο Weissmann θεώρησε ότι ο κρίσιμος παράγοντας για την επιβίωση των οργανισμών δεν είναι οι ίδιοι οι οργανισμοί (όπως είχε προτείνει ο Δαρβίνος από το 1860) αλλά συγκεκριμένες χημικές ουσίες που αυτοί διαθέτουν, όπως είναι το DNA (που αναγνωρίστηκε αργότερα σαν το μόριο της κληρονομικότητας). Αν και το DNA είναι πράγματι φορέας κληρονομικότητας, η θεωρία αυτή έχει αποδειχτεί εσφαλμένη, κυρίως για τον τρόπο μεταβίβασης των χαρακτήρων από γενιά σε γενιά και για την ανάπτυξη των οργανισμών. Μια διορθωμένη και ιδιαίτερα ελκυστική εκδοχή της θεωρίας αυτής εκφράζεται από τον πολυγραφότατο και πολύ επικοινωνιακό εξελικτικό βιολόγο Richard Dawkins με το βιβλίο του «Το Εγωιστικό Γονίδιο» του 1976. Ο Dawkins διατυπώνει την άποψη ότι οργανισμοί με κοινά γονίδια τείνουν να δείχνουν αλτρουισμό σε προσαρμοστικό επίπεδο. Θεωρεί το γονίδιο ως μονάδα της εξέλιξης, το μόριο του DNA που χτίζει τον οργανισμό σαν όχημα για τη μεταφορά του στις επόμενες γενιές (Dawkins 1976). Ο Lewontin, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αντιτίθεται στη θεωρία αυτή σε πολλά γραπτά του.

Σήμερα ο γενετικός ντερεμινισμός, παρά τη μερική επιστημονική του υιοθέτηση, τείνει να γίνει κυρίαρχη ιδεολογία στην κοινωνία, τόσο στην εφαρμοσμένη ανθρώπινη βιολογία, όσο και σε εκλαϊκευμένα έντυπα και ΜΜΕ (Mehta 2014). Έτσι βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από ειδήσεις στα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα σχετικά με την ανακάλυψη του γονιδίου της μίας ή της άλλης ασθένειας, της γενετικής βάσης της συμπεριφοράς, των σεξουαλικών προτιμήσεων, της βιαιότητας και του εγκλήματος, της επαγγελματικής ικανότητας και επιτυχίας, της ευφυίας, των συναισθημάτων και άλλων ιδιοτήτων του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτό δίνεται έμφαση στη γενετική παράμετρο των χαρακτήρων αυτών και όχι στο περιβαλλοντικό σκέλος τους, που στους ανθρώπους είναι πολύ συχνά οι κοινωνικές συνθήκες. Κατ’ επέκταση, η κοινή γνώμη τείνει να πειστεί πως τα γονίδια ευθύνονται για πολλά φαινόμενα της κοινωνίας μας. Αυτή η άποψη είναι επιστημονικά εσφαλμένη (Lewontin 1977). Σαφώς υπάρχουν κληρονομικές ασθένειες και κληρονομούμενες ιδιότητες στους ανθρώπους, αλλά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των χαρακτηριστικών, ιδιαίτερα αυτά που αφορούν την κοινωνική συμπεριφορά, οφείλονται κυρίως στη σύνθετη φύση του περιβάλλοντος και της κοινωνίας. Οι επικριτές του γενετικού ντετερμινισμού θέτουν κυρίως το ζήτημα των προτεραιοτήτων: αν δεχτούμε πως τα γονίδια φταίνε για όλα, σταματούμε να προσπαθούμε να βρούμε κοινωνικές λύσεις στα προβλήματα. Υιοθετούμε εύκολα αφορισμούς και μονοδιάστατες απόψεις και πολλές φορές προχωρούμε σε παράλογες και επικίνδυνες ενέργειες. Έτσι βλέπουμε να δημιουργείται πανικός για τις αυξημένες πιθανότητες που μπορεί να έχει κάποιος να προσβληθεί από κάποια ασθένεια. Ή ακόμα και δημιουργούνται κερδοσκοπικές ιατρικές προγνωστικές αναλύσεις που δεν προσφέρουν τίποτε παραπάνω από μια σειρά αβέβαιες πιθανότητες εμφάνισης της μίας ή της άλλης ασθένειας. Παρατηρούμε αλλαγές στις πολιτικές των ασφαλιστικών οργανισμών και συστημάτων και ίσως σε λίγο καιρό να ζήσουμε καταστάσεις εργασιακών συνθηκών που σήμερα βρίσκουμε στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Ο γενετικός ντετερμινισμός παντρεύεται εύκολα με την “ευγονική *” και μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες κοινωνικές καταστάσεις. Όσο δε αφορά την έρευνα, οι εσφαλμένες – επιστημονικά – απόψεις της κοινής γνώμης δεν είναι ανώδυνες, καθώς συχνά καθοδηγούν και δημιουργούν τάσεις χρηματοδότησης και προτίμησης για υποστήριξη σε συγκεκριμένα επιστημονικά πεδία, αγνοώντας άλλες – πιθανόν πιο σημαντικές – επιστημονικές δραστηριότητες.

 R_Lewontin_teach_small
Οι κοινωνικές παρεμβάσεις του R.C. Lewontin

Ο Lewontin, οπλισμένος με το βαρύ επιστημονικό του όνομα, επιτίθεται δημόσια και έντονα ενάντια σε πολλές μορφές εμφάνισης του βιολογικού ή γενετικού ντερεμινισμού. Όπως αναφέρθηκε πριν, το 1976 δημοσιεύεται το “Εγωιστικό Γονίδιο” του Richard Dawkins (Dawkins 1976), ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του λεγόμενου “ορθόδοξου δαρβινισμού”. Το έργο αυτό γίνεται γνωστό, όχι μόνο στον επιστημονικό κόσμο αλλά και στο ευρύ κοινό. Την άποψη του Dawkins αμφισβήτησε ανοιχτά και πολλές φορές με σκληρές κριτικές σε πολέμιο κλίμα μια ομάδα εξελικτικών βιολόγων με κύριο εκφραστή της τον Stephen Jay Gould (Sterenly 2001). O Lewontin, φίλος και συνεργάτης του Gould (π.χ. Gould and Lewontin 1979) δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος στην αντιπαράθεση αυτή (Lewontin 1977). Ο Dawkins στο βιβλίο του θεωρεί το γονίδιο σαν τη μονάδα της εξέλιξης και για να δώσει έμφαση στο επιχείρημα αυτό παρομοιάζει τον οργανισμό σαν μια μηχανή, προγραμματισμένη από τα γονίδιά της. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τελικά η εξελικτική ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο την ιστορία των γραμμών καταγωγής διαφορετικών προσαρμογών. Ο Lewontin αντιδρά στις απόψεις αυτές και θεωρεί ότι η υπερβολική προσήλωση των εξελικτικών βιολόγων στην προσαρμογή είναι μια υπεραπλούστευση της πολυπλοκότητας της εξελικτικής διαδρομής των οργανισμών. Για τον Lewontin είναι αδύνατη η πλήρης κατανόηση των έμβιων όντων, αν συνεχίσουμε να θεωρούμε τα γονίδια, τους οργανισμούς και το περιβάλλον ως ξεχωριστές οντότητες με διακριτό ρόλο. Ο Lewontin πιστεύει – και τεκμηριώνει την πίστη αυτή σε συγκεκριμένες εργασίες του (π.χ. Lewontin 2000) – ότι ένας οργανισμός είναι η μοναδική συνέπεια της αλληλεπίδρασης γονιδίων και περιβάλλοντος. Απορρίπτει την κλασσική ιδέα, ότι τα γονίδια καθορίζουν τον οργανισμό και στη συνέχεια αυτός προσαρμόζεται στο περιβάλλον του. Αντίθετα πιστεύει ότι οι οργανισμοί κατά τη διαδικασία της ανάπτυξή τους κάτω από τις δικές τους συνθήκες, δημιουργούν, διαμορφώνουν και τελικά επιλέγουν το περιβάλλον στο οποίο θα ζήσουν. Μέσα από το σκεπτικό αυτό ο Lewontin προτείνει τρία βασικά στοιχεία που επηρεάζουν τα χαρακτηριστικά των οργανισμών, τα γονίδια, το περιβάλλον και ο οργανισμός ο ίδιος. Το θεωρητικό αυτό σχήμα της εξελικτικής προσαρμογής ονομάστηκε από τον ίδιο “τριπλή έλικα” (tripple helix) (Lewontin 2000) σε αντιδιαστολή προς τη διπλή έλικα, που αποτελεί το γνωστό σχήμα του μορίου του DNA, φορέα των γονιδίων.

Το αν τα χαρακτηριστικά έχουν αυστηρά γενετικό υπόβαθρο ή επηρεάζονται από κάτι πιο σύνθετο, δεν έχει μόνο θεωρητικό ενδιαφέρον. Το 1969 ο Arthur Jensen, ερευνητής παιδαγωγός, δημοσίευσε την εργασία “How much can we boost I.Q. and scholastic achievement?”, όπου ισχυρίστηκε ότι ο δείκτης I.Q. έχει υψηλό συντελεστή κληρονομικότητας, αποτελεί δηλαδή γνώρισμα που οφείλεται στη δράση των γονιδίων και λιγότερο στο περιβάλλον. Ο Jensen συνεχίζει και ισχυρίζεται ότι οι διαφορές στο I.Q. μεταξύ παιδιών του λευκού και του μαύρου πληθυσμού στις ΗΠΑ οφείλονταν κυρίως σε γενετικές διαφορές (Jensen 1969). Το άρθρο αυτό ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις. Στο άρθρο του “The Analysis of Variance and the Analysis of Causes” (1976), ο Lewontin ισχυρίστηκε πως η ανάλυση διακύμανσης, βασική στατιστική μεθοδολογία για τον υπολογισμό του συντελεστή κληρονομικότητας, αποτυγχάνει να εντοπίσει γενετικές αιτίες. Τα επιχειρήματα αυτά του Lewontin αποτελούν σήμερα τη βάση για ένα μέτωπο επιστημονικό και κυρίως φιλοσοφικό απέναντι στο γενετικό ντερεμινισμό. Ένας πιο πρόσφατος υπέρμαχος των συντελεστών κληρονομικότητας είναι και ο Neven Sesardic (π.χ. 1993), του οποίου τις απόψεις αντιμετώπισε επίσης ο Lewontin (1993). Η διαμάχη αυτή αφορούσε τη μεθοδολογία των ερευνών αυτών και κατά συνέπεια την ορθότητα των συμπερασμάτων τους. Ο Lewontin υποστηρίζει ότι οι παράγοντες του περιβάλλοντος και οι γενετικές καταβολές είναι έννοιες τόσο αλληλένδετες, ώστε είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο αυτές να διαχωριστούν με βάση την ανάλυση διακύμανσης. Ο Sesardic, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών αιτιών δεν αποτελούν σοβαρά εμπόδια για τον εντοπισμό γενετικών αιτιών. Βάζοντας ιδεολογικές και φιλοσοφικές διαστάσεις στις αντιδικίες αυτές, ειδικά στο θέμα του I.Q., ο Lewontin θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος να μπορέσει η κοινωνία να προοδεύσει είναι να εξισώσει τη στάση της απέναντι στους ανθρώπους ανεξαρτήτως της ράτσας τους και όχι να δεχτεί εξ αρχής ότι οι μαύροι έχουν χαμηλότερη απόδοση στα τεστ I.Q. σαν σταθερά.

Ειδικά σε θέματα διαχωρισμού των ανθρώπινων φυλών, ο Lewontin απέδειξε μέσα από γενετικές μελέτες σε πληθυσμούς ανθρώπων, ότι ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε ράτσες είναι βιολογικά αβάσιμος. Μελέτησε τη γενετική ποικιλότητα των πληθυσμών αυτών χρησιμοποιώντας πολυμορφικά ένζυμα και έδειξε ότι η ποικιλότητα που μετρήθηκε εντοπίζεται κατά 94% μέσα στις φυλές και μόνο κατά 6% ανάμεσα σε αυτές (Lewontin 1972). Πιο απλά, δύο άνθρωποι της ίδιας φυλής είναι εξίσου πιθανόν να διαφέρουν με δύο ανθρώπους από διαφορετικές φυλές. Η μεθοδολογία που χρησιμοποίησε ο Lewontin βρέθηκε στο στόχαστρο από πολλούς επιστήμονες που τον κατηγόρησαν ότι βιάστηκε να χρησιμοποιήσει επιστημονικά εργαλεία προκειμένου να αποδείξει κάτι που ταίριαζε με την ιδεολογία του (αναφορά από Ruvolo & Seielstad 2001). Μεταγενέστερες έρευνες με πιο σύγχρονα μοριακά εργαλεία, με δείκτες του DNA και με τη χρήση αλληλουχιών επιβεβαίωσαν τα αρχικά αποτελέσματα: η γενετική ποικιλότητα στον άνθρωπο, όπως και στα περισσότερα είδη, βρίσκεται μέσα στους πληθυσμούς και τις φυλές και όχι ανάμεσά τους (π.χ. Barbujani et al. 1997, Excoffier et al. 1992).lewontin

Η πιο έντονη όμως δημόσια διαμάχη που είχε ο Lewontin μέσα στην επιστημονική κοινότητα ήταν με τον συνάδελφό του στο Ινστιτούτο Ζωολογίας του Harvard, τον εντομολόγο και εξελικτικό οικολόγο Edward O. Wilson (Segerstrale 1986). Ο Wilson, διακεκριμένος επιστήμονας στο πεδίο της ηθολογίας των ζώων και σήμερα ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της βιοποικιλότητας, δημοσίευσε το 1975 ένα μεγάλο σε έκταση βιβλίο με τίτλο “Sociobiology: The New Synthesis”, μια σημαντική μονογραφία πάνω στην εξέλιξη της συμπεριφοράς των ζώων (Wilson 1975a). Μέσα στα ζωικά είδη ο Wilson συμπεριέλαβε και τον άνθρωπο. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του, ο Wilson πρότεινε ότι ο ρόλος των φύλλων, η επιθετικότητα, οι ηθικές αξίες, τα θρησκευτικά δόγματα και άλλα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κοινωνίας, μπορούν να συνδεθούν με την εξελικτική μας κληρονομιά και οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε γενετικές διαφορές (Segerstrale 1986). Η αποδοχή του βιβλίου αυτού ήταν αρχικά μεγάλη, μέχρι που λίγους μήνες μετά σχηματίστηκε μια ομάδα από καθηγητές, φοιτητές και ερευνητές που με το όνομα “Sociobiology Study Group” ξεκίνησε μια σειρά δημοσιευμάτων όπου ασκούνταν οξεία κριτική στην κοινωνική βιολογία του Wilson. Το πιο γνωστό όνομα στην ομάδα αυτή ήταν αυτό του Lewontin. Η πρώτη επίθεση ήταν μια βιβλιοκριτική στο βιβλίο του Wilson, σε οξύ τόνο (Sociobiology Study Group 1975). Η προσπάθεια ανάλυσης του ανθρώπινου είδους μέσα από την κοινωνική βιολογία συνδέθηκε στην κριτική αυτή με το γενετικό νετερμινισμό και ο Wilson κατηγορήθηκε ανοιχτά για εσκεμμένη προσπάθεια παραπλάνησης λόγω ιδεολογίας. Η κριτική έφτασε να συνδέσει την κοινωνική βιολογία με ακραίες ιδεολογίες, όπως είναι αυτή του Χίτλερ. Ο Wilson όπως είναι αναμενόμενο αντέδρασε επίσης έντονα επιρρίπτοντας στους κατηγόρους του και ιδιαίτερα στον Lewontin, άγνοια, προκατάληψη και επίσης ιδεολογική καθοδήγηση (Wilson 1975b). Η διαμάχη αυτή πήρε διαστάσεις που έφτασαν και στον μη επιστημονικό τύπο. Στον επιστημονικό κόσμο, η διαμάχη αυτή συνεχίζεται και σήμερα μέσα από τη θεώρηση της εξελικτικής βιολογίας από διαφορετικές σχολές.

Μια ακόμα κριτική που ασκήθηκε από τον Lewontin αφορά τα επιστημονικά πεδία που σχετίζονται με το πρόγραμμα αλληλούχησης του ανθρώπινου γονιδιώματος, γνωστού και ως “Human Genome Project (HGP)”. Πρόκειται για ένα διεθνές επιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα με στόχο τον προσδιορισμό της αλληλουχίας των ζευγών βάσεων που απαρτίζουν το ανθρώπινο DNA και την ταυτοποίηση και χαρτογράφηση όλων των γονιδίων του ανθρώπινου γονιδιώματος. Το πρόγραμμα αυτό είναι μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο συλλογικό βιολογικό έργο στον κόσμο και χρηματοδοτήθηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ . Ο σχεδιασμός ξεκίνησε το 1984, το πειραματικό έργο δρομολογήθηκε το 1990, και κρίθηκε πλήρες το 2003. Η ερευνητική αυτή εργασία έδωσε σημαντική ώθηση στην ιατρική και τις προσπάθειες ανάπτυξης των λεγόμενων γονιδιακών θεραπειών. Παρά τη γενική επιστημονική και πολιτική υποστήριξη που βρήκε το πρόγραμμα αυτό, δεν έλειψαν και οι φωνές που είχαν αντίθετη άποψη και ειδικότερα από το χώρο της επιστήμης. Παρά τον κίνδυνο που ενέχει η αντίθεση σε μια δημοφιλή και καθιερωμένη επιστημονική εξέλιξη, ο Lewontin δημοσιεύει μια σειρά βιβλιοκριτικών και εκθέσεων με προβληματισμούς γύρω από τους σκοπούς και τις προοπτικές του HGP, που φτάνουν για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό (π.χ. Lewontin 1994). Ο Lewontin αναφέρει ότι για να αποδείξει τη χρησιμότητά του, το HGP διαχέει στην κοινωνία την υπόσχεση για την ανάπτυξη της γονιδιακής θεραπείας, που είναι η αντικατάσταση ή «επισκευή» των «κακών» ή «ελαττωματικών» γονιδίων. Υποστηρίζει ότι αυτή η έρευνα δεν είναι καθόλου απαραίτητη, αφού η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού πάσχει από ασθένειες που οφείλονται κατά κύριο λόγο στον υποσιτισμό, την υπερβολική εργασία και άλλες κοινωνικές αδικίες. Επιπλέον κατηγορεί το HGP ότι προετοιμάζει το έδαφος στην ευγονική, καθώς δεν είναι γνωστοί οι περιορισμοί της χρήσης της πληροφορίας που αντλείται από το πρόγραμμα. Ο Lewontin λέει ξεκάθαρα – για πρώτη φορά – ότι το κύριο κίνητρο του HGP είναι το οικονομικό κέρδος των εταιρειών βιοτεχνολογίας και μοριακής βιολογίας παγκοσμίως. Επίσης τονίζει ότι, όπως συνέβη και με τα περισσότερα τεχνολογικά επιτεύγματα που έγιναν διαθέσιμα σε κοινωνίες χωρίς δίκαιη δομή, το HGP πρόκειται να αυξήσει το χάσμα εξουσίας μεταξύ αυτών που έχουν ήδη μεγάλη δύναμη και εκείνων που έχουν λίγη. Επιπλέον αναμένεται να προσθέσει ισχύ σε ιδιωτικά ιδρύματα και οργανισμούς, όπου η εμπορική τους διάσταση θα εμποδίζει τη δίκαιη και κοινωνικά ορθή χρήση των ερευνητικών αποτελεσμάτων. Ο Lewontin διατυπώνει επίσης την επιφύλαξη ότι τα βιολογικά δεδομένα και οι γονιδιακές πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάκριση στην απασχόληση, την περίθαλψη και τη δικαιοσύνη, ενώ εκφράζει το φόβο για αλόγιστη χρήση δύναμης και εξουσίας από κράτη και κυβερνήσεις. Πέρασαν πάνω από 10 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του HGP και η τεχνολογία της γενετικής και της γονιδιωματικής έχει προχωρήσει πέρα από κάθε πρόβλεψη. Σήμερα μπορεί κανείς πληρώνοντας το κατάλληλο αντίτιμο να αποκτήσει την πλήρη αλληλουχία του γονιδιώματός του σε λίγες ημέρες ή και ώρες ακόμη. Πολλά από αυτά που προειδοποιεί ο Lewontin τείνουν να συμβούν και η θεώρηση τους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Από την κριτική πένα του Lewontin δεν διασώθηκαν ούτε επιστημονικά πεδία έρευνας της Γενετικής, πολλά από τα οποία δημιούργησε ο ίδιος. Στο βιβλίο του “The Genetic Basis of Evolutionary Change” (Lewontin 1974), ένα πόνημα σχετικά με τη γενετική ποικιλότητα, διατυπώνει αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της εξελικτικής βιολογίας να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Προτείνει μάλιστα ότι είναι πολύ πιο χρήσιμο για την επιστήμη να μην προσπαθεί να λύσει συγκεκριμένα προβλήματα σχετικά με την εξέλιξη αλλά να διατυπώνει ξεκάθαρα πόσο δύσκολο είναι να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά και για ποιους λόγους, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να τονίσει πως οι εξελικτικές διαδικασίες και ιδιαίτερα η προσαρμογή είναι τόσο σύνθετες και πολύπλοκες, ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια επιπλέον μέτρησης ή κατανόησής τους θα τις απλούστευε και θα τις στρέβλωνε. Έτσι ο Lewontin, αν και μαθητής του Dobzhansky (τον οποίο ο Lewontin θαυμάζει και εκτιμά με ειλικρίνεια), δεν παίρνει θέση υπέρ της θεωρητικής προσέγγισης της “προσαρμοστικής ισορροπίας” που ο δάσκαλός του έχει θεμελιώσει αλλά κρατά μια ουδέτερη στάση, κρίνοντας εξίσου τις απόψεις τόσο του Dobzhansky, όσο και των επικριτών του (Singh et al. 2001). Επιπλέον, ο Lewontin αμφισβητεί τη χρησιμότητα της ηλεκτροφόρησης των ενζύμων στην εξελικτική γενετική, μιας τεχνικής που ο ίδιος δημιούργησε το 1966 (Lewontin 1991). Θέλοντας να δείξει ότι δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές στην επιστήμη και ότι οι επιστήμονες πρέπει να αντιλαμβάνονται την πολυπλοκότητα των εξελικτικών διαδικασιών και τους περιορισμούς των μοριακών εργαλείων, ο Lewontin αποκαλύπτει τις αδυναμίες αυτές με το γνωστό του ύφος. Η κριτική είναι τόσο έντονη, που συνάδελφοί του εξέφρασαν την ανησυχία ότι θα αποθαρρυνθούν οι νέοι επιστήμονες να συνεχίσουν την έρευνα. Όπως φαίνεται πλέον από την πρόοδο της επιστήμης, μάλλον συνέβη το αντίθετο (Singh et al. 2001).

Επίλογος
lewontin2Για να κατανοήσει ο αναγνώστης το έργο και τη συμβολή του Lewontin στην κοινωνία και την επιστήμη οφείλει να λάβει υπόψη του την πίστη του ιδίου σε έναν ιδιότυπο μαρξισμό. Για τον Lewontin, ο μαρξισμός είναι τόσο φιλοσοφικό όσο και κοινωνικοπολιτικό ρεύμα. Η ενασχόλησή του με το μαρξισμό περιλαμβάνεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο που αφορά την επιστήμη: η σωστή απεικόνιση της πραγματικότητας στη θεωρία και στα μοντέλα (Segerstrale 1986). Και η απεικόνιση αυτή δεν μπορεί παρά να τονίζει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, αντί να την απλοποιεί. Ο Lewontin τονίζει ότι μια θεωρία δεν αρκεί να επαληθεύεται από πειράματα αλλά οφείλει και να είναι αληθής και να ανταποκρίνεται στον πραγματικό κόσμο (Lewontin 1974). Για το λόγο αυτό τοποθετείται συχνά ενάντια σε ένα “αφαιρετικό” ρεύμα στις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες (π.χ. Lewontin 1976, 1979, 1981a, 1983) και ενάντια σε στατιστικούς υπολογισμούς και μαθηματικές δομές που δεν έχουν πραγματική αντανάκλαση στη φύση και παραπέμπουν σε έναν αφηρημένο κόσμο χωρίς αίτιο και αιτιατό (Segerstrale 1986). Για τον Lewontin μια θεωρία πρέπει να είναι πολύπλοκη προκειμένου να απεικονίζει την πραγματικότητα (Levins & Lewontin 1980). Για το λόγο αυτό αντιτίθεται στην υπερβολική θεώρηση της φυσικής επιλογής και της προσαρμογής, που την περιγράφει σαν υπερ-απλούστευση του φυσικού κόσμου (Gould & Lewontin 1979). Ο Lewontin ενδιαφέρεται για τη σωστή χρήση της επιστήμης και της μεθοδολογίας. Πιστεύει ότι οι απλοποιημένες και εσφαλμένες επιστημονικές προσεγγίσεις μας αποτρέπουν από την εύρεση της αλήθειας για τη φύση και τον κόσμο (Lewontin 1981b). Για το λόγο αυτό ο Lewontin προσπαθεί να αναπτύξει μια πολύπλοκη μαρξιστική διαλεκτική προσέγγιση για την επιστήμη, προκειμένου δηλαδή να μπορέσουν να περιγραφούν πιο πιστά τα σύνθετα φαινόμενα των αλληλεπιδράσεων που η αφαιρετική μεθοδολογία αποτυγχάνει να αντιληφθεί.

Οι θεωρίες και ο τρόπος γραφής του Lewontin συναντούν μεικτές αντιδράσεις στον επιστημονικό κόσμο. Ενώ η αναγνώριση του ρόλου του στην επιστήμη της εξελικτικής γενετικής είναι καθολική, αρκετοί επιστήμονες έρχονται αντιμέτωποι μαζί του, με τη θεωρητική του προσέγγιση στην εξέλιξη και την πρόοδο της επιστήμης, αλλά και με το ύφος του, που συχνά θεωρείται γεμάτο εμπάθεια και ιδεολογική ακαμψία (π.χ. Edwards 2003). Πέρα από τη γνωστή μαρξιστική του προσέγγιση και το χειμαρρώδη λόγο του, αυτό οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι ο Lewontin δεν διστάζει – θα μπορούσε να πει κανείς ότι πιθανόν προτιμά – να αντιμετωπίζει “ορθόδοξες” απόψεις στο πλαίσιο της επιστήμης και της κοινωνίας, που εύκολα τυγχάνουν αποδοχής και αναγνώρισης.

Δεν λείπουν οι περιπτώσεις που σύγχρονοι επιστήμονες με τον Lewontin είναι ταυτόχρονα φίλοι και πολέμιοί του, καθώς ο ίδιος δεν χαρίζεται σε κανέναν, όσο στενή και να είναι η προσωπική τους σχέση. Είναι χαρακτηριστική η αγάπη και πίστη που έχει στον Lewontin ο καθηγητής και μέντορας του Dobzhansky, ο οποίος λέει ότι “.. αν στην καριέρα μου δεν είχα κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να αναδείξω τους Wallace * και Lewontin, τότε θα θεωρούσα την καριέρα μου απόλυτα πετυχημένη…” (Krimbas 2000). Ταυτόχρονα όμως εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, όταν ο ίδιος ο αγαπημένος του μαθητής ασκεί ανοιχτά κριτική στις δικές του προσεγγίσεις, λέγοντας σε μια επιστολή του προς αυτόν: “…αν δεν με απατά η μνήμη μου, δεν θυμάμαι ποτέ να έχω γράψει, πει ή κάνει οτιδήποτε που να είχε τη δική σου έγκριση…” (Singh et al. 2001).

Είναι δύσκολο να συμφωνήσει κανείς σε όλα ή στα περισσότερα με τον Lewontin. Η κριτική του κάποιες φορές φαντάζει υπερβολική, άλλες εσφαλμένη και άλλες φορές να πηγάζει από μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε στον Lewontin ότι τόλμησε να αμφισβητήσει τη βασική γραμμή έρευνας που υποστηρίζεται από την κοινωνία και ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων ήταν μπροστά από την εποχή του. Επιπλέον, ο Lewontin παραμένει πάντα “έντιμος” απέναντι στην επιστήμη και την κοινωνία. Αναγνωρίζει λάθη που έχει κάνει, σέβεται αντιπάλους και συζητητές, παραμένει ταπεινός και εξισωτικός απέναντι σε συνεργάτες και μαθητές του (Singh et al. 2001).

Ο Lewontin, πρωτοπόρος της βιολογίας και της εξελικτικής γενετικής, μας προειδοποιεί από την ίδια του την επιστήμη, όταν αυτή δεν ερμηνεύεται σωστά και απλοποιείται. Η φωνή του είναι ξεκάθαρη, τολμηρή και τεκμηριωμένη. Μέσα από το έργο του φέρνει τη βιολογία στη φιλοσοφία της επιστήμης και επηρεάζει γενιές νέων επιστημόνων στην εξελικτική βιολογία και τις κοινωνικές επιστήμες. Μας μαθαίνει να μην πιστεύουμε δογματικά τα πορίσματα της επιστήμης. Μας οδηγεί στη δημιουργική αμφισβήτηση των θεωριών. Μας διδάσκει ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες και αλάνθαστα δόγματα και ότι η επιστήμη πρέπει πάντα να προσεγγίζεται με διάθεση για αμφισβήτηση και ανατροπή. Μας υπενθυμίζει ότι η αλήθεια είναι πολύπλοκη και ότι η επιστήμη δεν πρέπει να την απλοποιεί σε επικίνδυνο βαθμό. Και το κυριότερο ίσως δίδαγμα του Lewontin: η επιστήμη δεν είναι ξεκομμένη από την κοινωνία και δεν πρέπει ποτέ να προσεγγίζεται αβίαστα και πρόχειρα. Η επιστήμη οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία και να γίνεται όχημα για έναν πιο δίκαιο κόσμο.

Βιβλιογραφία

Barbujani G, Magagni A, Minch E, Cavalli-Sforza LL, 1997. An apportionment of human DNA diversity. Proceedings of the National Academy of Sciences, 94: 4516-4519.

Dawkins R, 1976. The Selfish Gene. Oxford University Press, Oxford.

Edwards AWF, 2003. Human genetic diversity: Lewontin’s fallacy. BioEssays 25: 798-801.

Excoffier L. Smouse PE, Quattro JM, 1992. Analysis of molecular variance inferred from metric distances among DNA haplotypes: application to human mitochondrial DNA restriction data. Genetics, 131: 479-491.

Gould SJ and Lewontin RC, 1979. The spandrels of San Marco and the Panglossian paradigm: a critique of the adaptationist programme. Proceedings of the Royal Society of London. Series B. Biological Sciences, 205: 581-598.

Griffiths AJF, Miller JH, Suzuki DT, Lewontin RC, Gelbart WM, 2000. An Introduction to Genetic Analysis, 7th edition. New York, WH Freeman.

Hubby JL and Lewontin RC, 1966. A Molecular Approach to the Study of Genic Heterozygosity in Natural Populations. I. The Number of Alleles at Different Loci in Drosophila pseudoobscura. Genetics 54: 546-595.

Jensen AR, 1969. How much can we boost IQ and scholastic achievement. Harvard educational review, 39: 1-123.

Krimbas CB, 2000. Population Genetics: Problems, Foundations and Historical Perspectives. In: Singh RS & Krimbas CB (Eds.). Evolutionary genetics: from molecules to morphology (Vol. 1). Cambridge University Press, pp. 1-4.

Levins R and Lewontin RC, 1980. Dialectics and Reductionism in Biology. Synthese 43: 47-48.

Lewontin RC, 1972. The Apportionment of Human Diversity. Evolutionary Biology, 6: 381-398.

Lewontin RC, 1974. The genetic basis of evolutionary change (Vol. 560). New York: Columbia University Press.

Lewontin RC, 1976. The Analysis of Variance and the Analysis of Causes. American Journal of Human Genetics 26: 400–411.

Lewontin RC, 1976. Sociobiology: A Caricature of Darwinism. In: Suppe F and Asquith P (eds.), Proceedings of the Philosophy of Science Association 2, Philosophy of Science Association, East Lansing, Mich., pp. 22-31.

Lewontin RC, 1977. Caricature of Darwinism, Nature 266: 283-284.

Lewontin RC, 1979. Sociobiology as an Adaptationist Program. Behavioral Science 24: 5-14.

Lewontin RC, 1981a. Sleight of Hand. The Sciences, July/August: 23-26.

Lewontin RC, 1981b. The Inferiority Complex. The New York Review of Books, October 22.

Lewontin RC, 1983. The Corpse in the Elevator. The New York Review of Books, January 20: 34-37.

Lewontin RC, 1985. Population genetics. Annual review of genetics, 19: 81-102.

Lewontin RC, 1991. Twenty-five years ago in Genetics: electrophoresis in the development of evolutionary genetics: milestone or millstone?. Genetics, 128: 657-662.

Lewontin RC, 1993. The Doctrine of DNA. Biology as Ideology. Penguin Books.

Lewontin RC, 1994. The Dream of the Human Genome. In: Gretchen Bender and Timothy Druckrey, eds. Culture on the Brink: Ideologies of Technology. Seattle: Bay Press, 1994, pp. 107-127.

Lewontin RC, 2000. The triple helix: Gene, organism, and environment. Harvard University Press.

Mehta P, 2014. There’s a Gene for That. Jacobin, 13 (https://www.jacobinmag.com/2014/01/theres-a-gene-for-that/).

Ridley M., 2003. Nature via nurture: Genes, experience, and what makes us human. HarperCollins Publishers.

Ruvolo M and Seielstad M, 2001. The apportionment of human diversity: 25 years later. In: Thinking about evolution: Historical, philosophical and political perspectives. R.S. Singh et al. (eds.). Cambridge: Cambridge University Press, 141-151.

Segerstrale U, 1986. Colleagues in conflict: An ‘in vivo’analysis of the sociobiology controversy. Biology and Philosophy 1: 53-87.

Sesardic N, 1993. Heritability and Causality. Philosophy of Science 60: 396-418.

Singh RS, Krimbas CB, Paul DB, Beatty J., 2001. Preface. In: Thinking about evolution: Historical, philosophical and political perspectives. R.S. Singh et al. (eds.), Cambridge University Press.

Sociobiology Study Group of Science for the People, 1976. Sociobiology – Another Biological Determinism, BioScience 26, No. 3.

Sterelny K, 2001. Dawkins vs. Gould, Survival of the Fittest. London: Icon Books.

Wilson EO, 1975a. Sociobiology: The New Synthesis. Belknap Press, Cambridge, Mass.

Wilson EO, 1975b. For Sociobiology, The New York Review of Books, December 11.

Μια συλλογή από απολαυστικές “ευχαριστίες” επιστημονικών εργασιών που κρύβουν “μπηχτές”, κακίες και αστεία.

Των

 

http://www.slate.com/blogs/future_tense/2013/12/27/academics_hide_snarky_clever_comments_in_the_acknowledgments_sections_of.html

 

A PLOS ONE article by Van Nuland et al.

http://www.plosone.org/article/info%3Adoi%2F10.1371%2Fjournal.pone.0079853#

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Δικαιοσύνη στη μεταφορά των αποτελεσμάτων της έρευνας

Η γνώση, η πληροφορία κάθε μορφής και η άποψη θεωρούνται εδώ ως δημόσιο αγαθό (Suber 2009). Η ανάπτυξη των σύγχρονων μορφών επικοινωνίας ευνοεί περισσότερο από ποτέ τη διάχυση της γνώσης, της πληροφορίας και της άποψης (Abelson 2008). Η επιστημονική έρευνα είναι θεμελιώδες συστατικό της πανανθρώπινης συνύπαρξης. Είναι η βάση της ανάπτυξης της τεχνολογίας, της ευημερίας των ανθρώπων και της δημιουργίας νέας σκέψης. Συνδέει την ανάγκη διατήρησης και μεταφοράς της υφιστάμενης γνώσης και παράδοσης με την ανάπτυξη του νέου, την εξέλιξη και την πρόοδο. Κοινωνίες που έδωσαν προτεραιότητα στην επιστημονική έρευνα, θεωρητική και εφαρμοσμένη, κατάφεραν να αναπτύξουν ανταγωνιστική τεχνολογία και αξιόλογο πολιτισμό, επιτυγχάνοντας συνήθως υψηλού επιπέδου βιωτικό επίπεδο για τους πολίτες. Στον αντίποδα, όταν η έρευνα θυσιάζεται λόγω οικονομικών δυσχερειών και άλλων προτεραιοτήτων, οδηγούμαστε συνήθως σε αποκλεισμό και ύφεση.

Τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνητικών δράσεων θα έπρεπε κατά συνέπεια να είναι και αυτά δημόσιο αγαθό, να διακινούνται ελεύθερα και να διαχέονται ανεμπόδιστα από και προς όποιον επιθυμεί να ενημερωθεί (Suber 2009). Η ελεύθερη αυτή διακίνηση γνώσης, πληροφορίας και άποψης στηρίζει την πρόοδο της επιστήμης αλλά και τη σύνδεση της επιστήμης με την κοινωνία. Με βάση την προσέγγιση αυτή, θεωρούμε τη δίκαιη διακίνηση των αποτελεσμάτων της έρευνας εξετάζοντας δύο βασικές συνιστώσες: (α) την ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στα αποτελέσματα αυτά όλων των ανθρώπων όλου του κόσμου, των χρηστών δηλαδή και (β) τη δίκαιη και ισότιμη δυνατότητα δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας για όλους τους ερευνητές. Η πρώτη συνιστώσα αφορά τα πνευματικά διακαιώματα που προκύπτουν για τα ερευνητικά προϊόντα και δεδομένα, την κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτών και τη δυνατότητα πρόσβασης που έχει ο κάθε ένας από εμάς σε αυτά ως χρήστης. Το δεύτερο σκέλος αφορά την αποτελεσματικότητα και δικαιοσύνη του συστήματος δημοσιοποίησης της έρευνας για τον ίδιο τον ερευνητή που το επιθυμεί. Στην εργασία αυτή θα γίνει μια προσπάθεια αξιολόγησης του ισχύοντος διεθνούς συστήματος κοινοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας στις περιβαλλοντικές επιστήμες, μέσα από το πρίσμα των δύο αυτών συνιστωσών που αναφέρθησαν εδώ.

Η δημοσίευση στις περιβαλλοντικές επιστήμες

Η δημοσίευση είναι βασικός παράγοντας προόδου της επιστήμης και της ακαδημαϊκής σκέψης και η συμβολή της σε αυτήν αποτιμάται θετικά, από την εποχή του Γουτεμβέργιου μέχρι σήμερα (Suber 2012). Η επιστημονική δημοσίευση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους. Το μοντέλο που κυριάρχησε κατά τον 20ό αιώνα και έφτασε στις μέρες μας ως το πλέον κυρίαρχο και αποδεκτό, είναι αυτό της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας με τη μορφή άρθρων σε εξειδικευμένα επιστημονικά περιοδικά. Οι άλλες μορφές δημοσίευσης (παρουσιάσεις σε συνέδρια, άτυπες αναρτήσεις στο διαδίκτυο, σημειώσεις, κεφάλαια σε βιβλία, επιστολές, κ.α.) έχουν σήμερα μικρότερη βαρύτητα, σε σχέση με τα άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά (Van Noorden 2010). Ο λόγος για τη διάκριση αυτή είναι κυρίως η διαδικασία της κρίσης μέσα από την οποία οφείλουν να διέλθουν οι εργασίες προκειμένου να δημοσιευτούν. Πρόκειται δηλαδή για μια αξιολόγηση που γίνεται με κριτές τα ίδια τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας (peer review) και συντονιστές τους εκδότες των περιοδικών, επίσης μέλη της ίδιας κοινότητας (Hauser & Fehr 2007). Με τον τρόπο αυτό “φιλτράρονται” οι εργασίες που υποβάλλονται για δημοσίευση και το κάθε περιοδικό δημοσιεύει και παρουσιάζει εργασίες υψηλής ποιότητας, με έγκυρα επιστημονικά πορίσματα που προέρχονται από αξιόπιστα ερευνητικά αποτελέσματα. Αν δεν υπήρχε αξιολόγηση, ο χρήστης θα δυσκολεύονταν να διακρίνει τις αυθεντικές και σοβαρές επιστημονικές εργασίες από τις πρόχειρες και μη αξιόπιστες μελέτες. Το σύστημα αυτό λειτουργεί για πολλές δεκαετίες έχοντας προσφέρει πολλά στην πρόοδο της επιστήμης. Σε γενικές γραμμές φαίνεται να είναι ένας λειτουργικός και αποτελεσματικός τρόπος διάχυσης και αξιολόγησης της επιστημονικής γνώσης (Grayson 2009). Είναι όμως δίκαιος;

Το μερίδιο της περιβαλλοντικής έρευνας στις επιστημονικές δημοσιεύσεις είναι μεγάλο. Και αυτό κυρίως επειδή η ίδια η περιβαλλοντική επιστήμη είναι τόσο ευρεία και πολυδιάστατη που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα επιστημονικά πεδία, από τη βιολογία, τα μαθηματικά και τη φυσικοχημεία, μέχρι τα τεχνικά αντικείμενα και τις κοινωνικές και οικονομικές επιστήμες. Για το λόγο αυτό είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς τα επιστημονικά περιοδικά που δημοσιεύουν εργασίες σχετικές με την περιβαλλοντική έρευνα και να τα διαχωρίσει από αυτά άλλων επιστημών. Σχεδόν όλα τα περιοδικά όλων των επιστημών δημοσιεύουν ή μπορούν να δημοσιεύσουν τέτοιες εργασίες.

Τα επιστημονικά περιοδικά σήμερα αξιολογούνται και αυτά ως προς την ποιότητα της επιστήμης που παρουσιάζουν. Αυτό γίνεται μέσα από διάφορους ποσοτικούς δείκτες, από τους οποίους ένας ιδιαίτερα χρησιμοποιείται σε μεγάλη έκταση και έχει καθιερωθεί διεθνώς: ο “δείκτης βαρύτητας”, ή Impact Factor (IF). Αυτός εξαρτάται από το μέσο αριθμό αναφορών που λαμβάνουν οι εργασίες του κάθε περιοδικού και είναι δείκτης αξιολόγησης και ιεράρχησης των περιοδικών (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Κατά μία στρεβλή έννοια, σήμερα ο δείκτης αυτός χρησιμοποιείται κυρίως σαν μέσο αξιολόγησης επιστημόνων, ιδρυμάτων, σχολών και εργαστηρίων (Bommann et al. 2012). Τα μειονεκτήματα της προσέγγισης αυτής θα εξεταστούν πιο κάτω.

Περιορισμοί πρόσβασης του κοινού στα επιστημονικά περιοδικά

 Τα επιστημονικά περιοδικά χωρίζονται σε διάφορες κατηγορίες σχετικά με το κόστος συνδρομής που αυτά έχουν και τον τρόπο με τον οποίο αυτά διαχειρίζονται τη γνώση που διακινούν. Θα θεωρήσουμε εδώ δύο πολύ βασικές ομάδες: (1) τα συνδρομητικά περιοδικά, όπου όποιος θέλει να τα διαβάσει πρέπει να πληρώσει μια συνδρομή, ή να τα αναζητήσει σε κάποια βιβλιοθήκη ακαδημαϊκού ιδρύματος, που με τη σειρά της έχει πληρώσει τη σχετική συνδρομή και (2) τα περιοδικά “ανοιχτής πρόσβασης” (open access), που ο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος μπορεί να διαβάσει χωρίς καμία χρέωση, συνήθως διαδικτυακά. Πριν την εξάπλωση του διαδικτύου, σχεδόν όλα τα επιστημονικά περιοδικά ανήκαν στην πρώτη κατηγορία. Σήμερα, η δεύτερη κατηγορία κερδίζει σημαντικό έδαφος (Lawrence 2001, Eysenbach 2006), ενώ εμφανίζονται και ενδιάμεσες καταστάσεις, που το ίδιο περιοδικό προσφέρει τη δυνατότητα στον επιστήμονα που θέλει να δημοσιεύσει την έρευνά του να επιλέξει αν θέλει το άρθρο να δημοσιευτεί χωρίς συνδρομή με ελεύθερη πρόσβαση. Στην περίπτωση αυτή, ο επιστήμονας ή το ίδρυμα όπου αυτός / αυτή εργάζεται αναλαμβάνουν κάποιο κόστος. Ακόμα και σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωρισμένων επιστημονικών περιοδικών ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, είναι δηλαδή συνδρομητικά (Willinsky 2005).

Το γεγονός αυτό παρουσιάζει κάποια σημαντικά προβλήματα. Αν κάποιος θέλει να διαβάσει το αποτέλεσμα μιας έρευνας, πρέπει να πληρώσει. Ή να αναζητήσει την έρευνα αυτή μέσω κάποιου πανεπιστημίου ή ερευνητικού ιδρύματος. Η αναζήτηση τότε γίνεται κατά κύριο λόγο από ερευνητές, ή μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας. Όταν κάποιος δεν ανήκει στην οικογένεια αυτή συνήθως δεν έχει πρόσβαση στην έρευνα (Abelson 2008). Αν για παράδειγμα ένας καρκινοπαθής θελήσει να ενημερωθεί για τα τελευταία επιτεύγματα της επιστήμης για το πρόβλημά του, απλά δεν μπορεί. Η γνώση ανακυκλώνεται μόνο στον αυστηρά επιστημονικό χώρο. Το πρόβλημα παίρνει άλλη διάσταση διαπιστώνοντας ότι το σύστημα των αναγνωρισμένων επιστημονικών περιοδικών είναι στην ουσία ολιγοπωλιακό, έως και μονοπωλιακό, με αποτέλεσμα να αυξάνει διαρκώς η τιμή της συνδρομής. Σήμερα, οι πέντε πιο μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι καταλαμβάνουν πάνω από το μισό μερίδιο της αγοράς (Suber 2012). Τα 20 τελευταία χρόνια, οι τιμές των περιοδικών έχουν αυξηθεί σε τριπλάσιο ρυθμό από τον πληθωρισμό των ΗΠΑ, την ίδια στιγμή που οι προϋπολογισμοί των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων συρρικνώνονται (Abelson 2008). Ακόμα και τα κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου αντιμετωπίζουν δυσκολίες να κρατήσουν τις συνδρομές τους ή να αποκτήσουν νέες (Willinsky 2005, Grayson 2009). Στην Ελλάδα βιώνουμε την κατάσταση όπου η υποχρηματοδότηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων έχει οδηγήσει σε μείωση των προσβάσιμων περιοδικών με ανυπολόγιστες συνέπειες για την έρευνα και την επιστήμη στη χώρα μας.

Συνεπώς, το σύστημα των συνδρομητικών περιοδικών δεν είναι δίκαιο, καθώς δεν έχουν όλοι οι πολίτες πρόσβαση στα αποτελέσματα της έρευνας και στην επιστημονική γνώση γενικότερα. Ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι οι περισσότερες έρευνες χρηματοδοτούνται από δημόσια κονδύλια (Suber 2009). Τα συγγραφικά δικαιώματα των εργασιών περνούν στους εκδοτικούς οίκους των περιοδικών, που αποτελούν το μόνο μέρος που πληρώνεται. Οι συγγραφείς και τα ιδρύματα που τους πληρώνουν δεν αμείβονται, ούτε έχουν καν πρόσβαση στη δική τους δουλειά. Η ανταμοιβή για τον επιστήμονα είναι η ίδια η δημοσίευση της εργασίας του, που με τον καιρό αποτελεί το σημαντικότερο – ως και το μόνο – κριτήριο αξιολόγησης για τον ίδιο και το ίδρυμα του.

Τα περιοδικά ελεύθερης πρόσβασης ξεπερνούν το πρόβλημα που περιγράφηκε εδώ. Είναι ανοιχτά από το διαδίκτυο και η πρόσβαση δεν περιορίζεται από κανέναν. Τα δε συγγραφικά δικαιώματα μένουν στους ίδιους τους συγγραφείς που μπορούν να διαχειρίζονται όπως επιθυμούν το προϊόν της δημιουργίας τους (Grayson 2009). Τότε γιατί οι συγγραφείς δεν επιλέγουν αποκλειστικά τα περιοδικά ανοιχτής πρόσβασης και συνεχίζουν να στέλνουν κατά προτίμηση τις εργασίες τους σε συνδρομητικά περιοδικά; Η απάντηση είναι ότι οι επιστήμονες προτιμούν να δουν το όνομά τους σε ένα αναγνωρισμένο και γνωστό περιοδικό, παρά να ρισκάρουν τη δημοσίευση σε ένα όχι τόσο γνωστό έντυπο. Οι περισσότεροι στο χώρο της επιστήμης αξιολογούν τις εργασίες μονοσήμαντα, μόνο από το έντυπο όπου αυτές εμφανίζονται και όχι από το περιεχόμενό τους. Παρά τις δυσκολίες αυτές, τα περιοδικά ανοιχτής πρόσβασης πολλαπλασιάζονται και αρκετά από αυτά έχουν ήδη δημιουργήσει πολύ καλό όνομα (Vanclay 2012).

Πόσο κοστίζει μια επιστημονική δημοσίευση;

 Η δικαιοσύνη στην πρόσβαση από την πλευρά των ερευνητών, που αφού ολοκληρώσουν την έρευνα καλούνται να υποβάλουν τη γραπτή τους εργασία για δημοσίευση στα επιστημονικά περιοδικά, θεωρείται εδώ κυρίως σαν παράγοντας ίσων ευκαιριών, αξιοκρατίας και δίκαιης αξιολόγησης. Πριν όμως φτάσει η εργασία στο περιοδικό για να κριθεί, υπάρχει ένας πολύ βασικός παράγοντας που πολλές φορές αποτελεί εμπόδιο στην ισότιμη πρόσβαση στη δημοσίευση: το κόστος. Υπάρχουν δύο τρόποι να δημοσιεύσει κανείς. Αν επιλέξει συνδρομητικό περιοδικό, τότε θεωρητικά δεν πληρώνει ο συγγραφέας αλλά ο αναγνώστης, ενώ στα περιοδικά ανοιχτής πρόσβασης συμβαίνει το αντίθετο.

Στα συνδρομητικά περιοδικά προκύπτουν όμως διάφορα ζητήματα που τελικά οδηγούν τον ερευνητή να βάλει το χέρι στην τσέπη. Κάποια περιοδικά χρεώνουν τις σελίδες, ενώ σχεδόν όλα χρεώνουν κάποιο κόστος για έγχρωμες εικόνες και γραφήματα. Και οι τιμές είναι υψηλές. Σε πολλά επιστημονικά πεδία οι δημοσιεύσεις έχουν φωτογραφίες, χάρτες ή γραφήματα που πρέπει να είναι έγχρωμα, αλλιώς δεν βγαίνει νόημα. Και αν αυτό έβγαζε νόημα την εποχή της έντυπης δημοσίευσης, είναι μάλλον παράλογο για τις ηλεκτρονικές ψηφιακές δημοσιεύσεις. Επίσης τα περισσότερα περιοδικά παρέχουν υπηρεσίες γλωσσικής επιμέλειας και συνιστούν στους συγγραφείς να τις χρησιμοποιήσουν, με κόστος φυσικά. Συχνά αντιμετωπίζουν πολύ καχύποπτα όσους δεν ακολουθούν τη συμβουλή τους. Τελικά η δημοσίευση σε συνδρομητικά περιοδικά κοστίζει αρκετά.

Στα μη συνδρομητικά περιοδικά, όπου ο αναγνώστης έχει ελεύθερη πρόσβαση στα άρθρα, οι συγγραφείς πρέπει να πληρώσουν. Το κόστος μπορεί να φτάσει τα 5.000 ευρώ (Suber 2012). Πολλά περιοδικά της κατηγορίας αυτής είναι βέβαια δωρεάν (Abelson 2008) αλλά τα πιο αναγνωρισμένα είναι ακριβά. Υπάρχουν εναλλακτικές, όπως είναι η μείωση όλου ή μέρους του κόστους για κάποιες χώρες από κάποια περιοδικά. Ή οι συνδρομές από πανεπιστήμια και ινστιτούτα. Κάποια περιοδικά δέχονται άρθρα δωρεάν, αν ο συγγραφέας δηλώσει υπεύθυνα ότι η έρευνά του δεν χρηματοδοτείται από πουθενά (Suber 2012). Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις, ο συγγραφέας πρέπει να πληρώσει.

Το κόστος της δημοσίευσης είναι παράγοντας ανισότητας στην ελεύθερη πρόσβαση πριν την κρίση στο περιοδικό. Επιστήμονες από σχετικά φτωχές χώρες, από μικρά πανεπιστήμια ή ανεξάρτητοι ερευνητές συχνά καλούνται να πληρώσουν ποσά που δεν μπορούν να καλύψουν και μοιραία αδυνατούν να προσεγγίσουν πολλά περιοδικά. Με τον τρόπο αυτό συντηρείται ένας ελιτισμός διακίνησης της επιστημονικής γνώσης από μία μειοψηφία ιδρυμάτων και επιστημονικών ομάδων, όπου η πρόσβαση από «έξω» είναι δύσκολη.

Η κρίση των εργασιών και τα προβλήματά της

Από τη στιγμή που θα φτάσει μία εργασία στο γραφείο (ή στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) του εκδότη ενός περιοδικού, ξεκινά μία διαδικασία κρίσης από τον εκδότη αρχικά και από διάφορους κριτές, που στέλνουν την κρίση τους στον εκδότη ώστε αυτός τελικά να αποφασίσει την τύχη της δημοσίευσης. Το σύστημα αυτό των συναδέρφων – κριτών (peer review) αντιμετωπίζει συγκεκριμένα προβλήματα αξιοπιστίας και δικαιοσύνης (Laband & Piette 1994, Symonds et al. 2006).

Καταρχήν, η κρίση από μόνη της είναι μια υποκειμενική διαδικασία. Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης της επιστημονικής ποιότητας των εργασιών, ο κάθε ένας κριτής ή εκδότης αποφασίζει με βάση τη δική του κρίση με υποκειμενικό τρόπο. Μπορεί δηλαδή, όσο σοβαρός και αν είναι ο κριτής, να επιρεαστεί από προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες, απόψεις σχετικά με την αξία ή όχι συγεκριμένων επιστημονικών πεδίων, ερευνητικών ομάδων, αντιλήψεων, μεθόδων, ιδρυμάτων ή και χωρών. Επίσης υπάρχει και μια σχετική ανταγωνιστικότητα μεταξύ ιδρυμάτων και επιστημόνων που μπορεί να επηρεάσει την κρίση, ειδικά τη στιγμή που ο κριτής παραμένει ανώνυμος. Το σύστημα σήμερα δεν μπορεί να φυλάξει έναν συγγραφέα από την αρνητική κρίση ενός ανταγωνιστή του, ή αντίστοιχα τη θετική κρίση ενός φίλου του (Laband & Piette 1994).

Και αν η προηγούμενη περίπτωση υπάγεται στην αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, η όλο και αυξανόμενη ζήτηση για κριτές από τα περιοδικά προκαλεί άλλες παρενέργειες. Τα επιστημονικά περιοδικά αυξάνουν με εκθετικό ρυθμό (Abelson 2008), το ίδιο και ο αριθμός των επιστημονικών εργασιών που υποβάλλονται κάτω από την πίεση της ακαδημαϊκής εξέλιξης των επιστημόνων. Τα περιοδικά χρειάζονται κριτές και οι εργασίες που στέλνονται στα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας αυξάνουν. Αυτό σημαίνει ότι κάτω από την πίεση αυτή πολύ πιθανόν να επιλέγονται και «ακατάλληλοι» κριτές, επιστήμονες δηλαδή που βρίσκονται στα όρια του επιστημονικού αντικειμένου που καλούνται να κρίνουν. Πέρα από τις απίθανες χρονικές καθυστερήσεις (Hauser & Fehr 2007), η ανθρώπινη φύση αναλαμβάνει και εδώ δράση: προκειμένου να εκφέρουν άποψη, οι κριτές που δεν βρίσκονται ακριβώς στην καρδιά του αντικειμένου της εργασίας που κρίνουν, αλλά κατανοούν μόνο μέρος της, ασχολούνται εξονυχιστικά μόνο με αυτό το μέρος που κατανοούν. Έτσι προκύπτουν κρίσεις και αξιολογήσεις των εργασιών που αδυνατούν να συλλάβουν το σκοπό μιας εργασίας και προτείνουν διορθώσεις που δεν έχουν νόημα (Papageorgiou 2013).

Πέρα από αυτά τα σχετικά κατανοητά προβλήματα, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η δίκαια και ορθή αξιολόγηση μιας εργασίας μπορεί να αλλοιωθεί εξ επίτηδες, με σκοπό τη γρήγορη και απροβλημάτιστη δημοσίευση, πάντα κάτω από την πίεση ενός ιδιαίτερα πιεστικού ακαδημαϊκού συστήματος (Laband & Piette 1994). Παρατηρείται δηλαδή η τάση, συγκεκριμένοι ερευνητές να επιλέγουν σταθερά συγκεκριμένα περιοδικά, όπου η κρίση είναι πιο εύκολη και ευνοϊκή προς εκείνους ή γενικά. Καταγράφονται περιπτώσεις επιλογής γνωστών κριτών ή εκδοτών (εκεί όπου επιτρέπεται η πρόταση κριτών), ή η εμφάνιση και καθιέρωση περιοδικών που είναι πιο «εύκολα» από άλλα, προσφέροντας χαμηλή τιμή δημοσίευσης για τους συγγραφείς. Έτσι βλέπει κανείς πολύ μέτριες έως ανακριβείς εργασίες να φιγουράρουν σε περιοδικά υψηλής ποιότητας και ταυτόχρονα περιοδικά με σταθερά μέτριες και ελλιπείς εργασίες (Ioannidis 2005). Ακραία, αλλά δυστυχώς συχνή, περίπτωση αποτελούν τα λεγόμενα «αρπακτικά περιοδικά» (predator journals), που κατακλύζουν τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία των ερευνητών με προτάσεις δημοσίευσης διαφημίζοντας την ευκολία που μπορεί κανείς να περάσει μία εργασία. Συχνά εμφανίζονται καταγγελίες για περιοδικά της κατηγορίας αυτής που συστηματικά «κλέβουν» αντιγράφοντας λέξη προς λέξη άλλες εργασίες, ή παρουσιάζουν επαναλήψεις της ίδιας δημοσίευσης (Miller & Harris 2004).

Ίσως το πιο βασικό πρόβλημα με την κρίση των εργασιών που υποβάλλονται προς δημοσίευση να αποτελεί το γεγονός ότι η εργασία διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε τελικά να είναι αρεστή στους κριτές ή στους εκδότες. Ακόμα και αν η κρίση είναι αντικειμενική και ορθή, πολλές φορές οι κριτές προτείνουν αλλαγές ουσίας, που αλλάζουν τη φύση των εργασιών (Pain 2013). Έτσι, πριν την υποβολή ακόμα, οι συγγραφείς ακολουθούν μία «πεπατημένη» διαδικασία συγγραφής που γνωρίζουν ότι είναι αρεστή σε κριτές. Επιλέγουν συγκεκριμένες τεχνικές ανάλυσης που είναι του «συρμού», ερευνητικά ερωτήματα που αρέσουν στην επιστημονική κοινότητα, στατιστικές αναλύσεις που μπορεί να είναι περιττές και γενικά ακολουθούν τη λογική της δημιουργίας εντύπωσης στους εκδότες, που με τη σειρά τους ακολουθούν μια πιο εμπορική και ανταγωνιστική φιλοσοφία απέναντι σε άλλα περιοδικά (Papageorgiou 2013). Επιπλέον, προκειμένου να πετύχουν τη δημοσίευση, οι συγγραφείς θα ακολουθήσουν πιστά τις συστάσεις κριτών και εκδοτών, ακόμα και αν αυτές αλλάζουν το ερευνητικό ερώτημα που τέθηκε εξ αρχής. Το σύστημα λοιπόν αυτό, ωθούμενο και από την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη των νέων ερευνητών να πετύχουν πολλές δημοσιεύσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα, τελικά δημιουργεί ένα πολύ σταθερό και στενό πλαίσιο που θα πρέπει να κινούνται οι εργασίες. Σε τελική ανάλυση, αυτό μειώνει τη δημιουργικότητα των νέων επιστημόνων, μειώνει τον αυθορμητισμό και την πρωτοτυπία και συχνά δρα ενάντια στην ίδια την πρόοδο της επιστήμης (Hauser & Fehr 2007).

Η κακή χρήση του IF: όταν το μέσο γίνεται σκοπός

Ένας τρόπος να αξιολογούνται τα περιοδικά ως προς την ποιότητά τους είναι ο ευρύτατα χρησιμοποιούμενος δείκτης βαρύτητας, γνωστός σαν impact factor (IF). Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, ο IF υπολογίζεται ως ο μέσος αριθμός αναφορών που λαμβάνουν οι εργασίες του κάθε περιοδικού, σε περιοδικά που έχουν ήδη IF και αναφέρονται στη σχετική λίστα (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Αμέσως καταλαβαίνει κανείς ότι το σύστημα είναι κάπως «κλειστό», καθώς δεν προσμετρώνται οι αναφορές που γίνονται σε εργασίες που είναι εκτός περιοδικών της λίστας των IF (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Άλλα συστήματα προσμέτρησης αναφορών (Scopus, Google Scholar) είναι πιο ανοιχτά, όμως και αυτά περιορίζονται σε ένα συγκεκριμένο κατάλογο περιοδικών και βιβλίων.

Επιπλέον, επειδή ο IF ενός περιοδικού προέρχεται από αναφορές σε όλα τα άρθρα του περιοδικού αυτού , ο αριθμός αυτός δεν μπορεί να μας δώσει καμία πληροφορία για την ποιότητα ενός συγκεκριμένου άρθρου, ούτε για την ποιότητα της εργασίας ενός συγκεκριμένου συγγραφέα. Έτσι ο IF ενός περιοδικού μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από τη δημοσίευση άρθρων ανασκόπησης, ή άρθρων που πραγματεύονται θέματα που απασχολούν μεγάλο αριθμό ερευνητών (π.χ. βιοϊατρικά θέματα) (Τhe PLoS Medicine Editors 2006).

Πέρα από τη στατιστική του στρεβλότητα, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο IF ενός περιοδικού δεν είναι χρήσιμος δείκτης έξω από το στενό πυρήνα της επιστημονικής κοινότητας του συγκεκριμένου αντικειμένου που αναφέρεται το περιοδικό. Με το σκεπτικό αυτό, είναι αδύνατον να συγκριθούν δύο περιοδικά διαφορετικών επιστημονικών πεδίων ως προς τον IF (Schmidt 2013).

Παρά τους εμφανείς περιορισμούς οι IF των περιοδικών που δημοσιεύουν οι διάφοροι ερευνητές έχει πολύ μεγάλη επιρροή στην ακαδημαϊκή κοινότητα και στο σύστημα αξιολόγησης ερευνητών και ιδρυμάτων. Είναι γεγονός ότι ακόμη και η εταιρεία «Thomson Scientific», που διαχειρίζεται το δείκτη αυτό, αναγνωρίζει ότι ο IF έχει αυξηθεί πέρα από τον έλεγχό της και χρησιμοποιείται σε πολλούς ακατάλληλους τρόπους (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Σαν μέτρο αξιολόγησης, οι IF των περιοδικών έχουν χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για να αποφασίσει εάν ένας επιστήμονας θα ανέβει βαθμίδα στο ίδρυμα του ή όχι, αν θα βρει εργασία ή αν θα πάρει κάποια επιχορήγηση ή πρόγραμμα. Σε ορισμένες χώρες, η χρηματοδότηση ολόκληρων ιδρυμάτων εξαρτάται από τον αριθμό των δημοσιεύσεων σε περιοδικά με IF (Bommann et al. 2012). Σήμερα σε πολλές χώρες και σε πολλά ακαδημαϊκά ιδρύματα, πρόσωπα, εργαστήρια και ερευνητικές ομάδες αξιολογούνται με ένα νούμερο, το συνολικό IF των εργασιών που δημοσιεύουν. Έτσι, ένας κριτής ή εκλέκτορας δεν χρειάζεται να διαβάσει τις εργασίες που υποβάλλει ένας υποψήφιος για εξέλιξη, απλά υπολογίζει το νούμερο αυτό και κρίνει (Papageorgiou 2013). Αυτό το σύστημα είναι προφανώς άδικο και αναξιοκρατικό. Οδηγεί δε τους ερευνητές σε έναν αδυσώπητο αγώνα να δημιουργήσουν εργασίες αρεστές σε συγκεκριμένα περιοδικά και μόνο, που τελικά μειώνει την ποιότητα της επιστήμης αντί να την αυξάνει διαχρονικά.

Από την πλευρά των περιοδικών, υπάρχει επίσης ένας μεγάλος ανταγωνισμός, καθώς ο IF τους προσδίδει κύρος και αυξάνει την προτίμηση από την πλευρά των συγγραφέων και τις συνδρομές από την πλευρά των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού αυτού, πολλές φορές τα περιοδικά επινοούν τρόπους τεχνητής αύξησης του IF. Συχνά μπορεί να ζητούν από τους υποψήφιους συγγραφείς να αναφέρουν εργασίες του ίδιου του περιοδικού, ή οι συγγραφείς από μόνοι τους να επιλέγουν αυτήν την τακτική προκειμένου να γίνουν αρεστές και αποδεκτές οι εργασίες τους (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Επίσης μπαίνουν στη διαδικασία να επιλέγουν εργασίες σε αντικείμενα που είναι δημοφιλή, που χρησιμοποιούν μεθόδους που είναι σύγχρονες και διαδεδομένες. Άλλος τρόπος αύξησης του IF είναι να μειώνεται ο παρανομαστής του σχετικού κλάσματος, ο αριθμός δηλαδή των εργασιών που τελικά δημοσιεύονται και ο αριθμός των αναφορών σε κάθε εργασία (Τhe PLoS Medicine Editors 2006). Τα περιοδικά συχνά πιέζουν τους συγγραφείς προς αυτήν την κατεύθυνση.

Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι ο IF των περιοδικών και ο αριθμός αναφορών των άρθρων συνδέεται στατιστικά με πολλούς παράγοντες που είναι άσχετοι με την επιστημονική ποιότητα των εργασιών, όπως είναι το όνομα του περιοδικού, ο αριθμός και η χώρα προέλευσης των συγγραφέων, η χρήση συγκεκριμένων λέξεων και το μέγεθος των εργασιών (Schmidt 2013).

Καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι ο IF είναι ένας ξεπερασμένος ποσοτικός δείκτης, που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αξιοπιστίας (Seglen 1997). Είναι δε εντελώς ακατάλληλος για να περιγράψει την αξία ενός επιστήμονα ή μιας ερευνητικής ομάδας, ή ακόμα και μιας σχολής ή ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος. Κι όμως αυτός ο λανθασμένος τρόπος χρησιμοποιείται συνεχώς, όπως είπαμε πιο πάνω. Αυτό έχει σημαντικά αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα της επιστήμης που παράγεται και δημοσιεύεται και τελικά συντηρεί ένα στρεβλό σύστημα ακαδημαϊκού ελιτισμού.

Υπάρχει έρευνα έξω από τα περιοδικά;

Όπως αναφέρθηκε πριν, φαίνεται πως ο πλέον διαδεδομένος τρόπος αξιολόγησης της ερευνητικής παραγωγικότητας είναι σήμερα η δημοσίευση σε επιστημονικά περιοδικά με κριτές. Για το λόγο αυτό, η δραστηριότητα της δημοσίευσης άρθρων σε περιοδικά αποτελεί την προτεραιότητα των ερευνητών και επιστημόνων γενικότερα που αποσκοπούν σε ακαδημαϊκή καριέρα. Χτίζουν δηλαδή ένα βιογραφικό όπου πρέπει να αναφέρεται ένας μεγάλος αριθμός δημοσιεύσεων σε περιοδικά μιας συγκεκριμένης λίστας με συντελεστή IF όσο το δυνατόν υψηλότερο. Προφανώς οι δημοσιεύσεις στα περιοδικά δεν είναι το μόνο προϊόν που προκύπτει από την ερευνητική δραστηριότητα.

Πολλές φορές υπάρχουν περιοδικά που κινούνται έξω από το σύστημα που αναφέραμε πιο πάνω και δεν διαθέτουν IF. Περιοδικά επιστημονικών ενώσεων ή πανεπιστημίων με κριτές, αυστηρά θεματικά, ή άλλα περιοδικά που εκδίδονται από χώρες ή οργανισμούς που δεν έχουν τη δυνατότητα του marketing των μεγάλων εκδοτικών οίκων, επίσης δεν διαθέτουν IF. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η δημοσίευση σε ένα τέτοιο περιοδικό δεν μετρά με την ίδια βαρύτητα στα βιογραφικά όπως αυτή σε ένα περιοδικό με IF, παρόλο που οι εργασίες περνούν από κρίση πριν δημοσιευτούν. Πολλοί ερευνητές επιλέγουν να μην στέλνουν εργασίες σε αυτά τα περιοδικά, ενώ οι περισσότεροι νέοι επιστήμονες δέχονται συμβουλές του τύπου αυτού. Έτσι δημιουργείται και διατηρείται ένα «μονοπώλιο» στην διάδοση της επιστημονικής έρευνας, που όπως είδαμε παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Με την τεχνική δυνατότητα που παρέχει όμως σήμερα το διαδίκτυο, η έρευνα μπορεί να κοινοποιηθεί πολύ πιο γρήγορα και να διαδοθεί πολύ πιο αποτελεσματικά.

Εργασίες σε κεφάλαια βιβλίων, ή συλλεκτικούς τόμους μπορεί να έχουν μεγαλύτερη επιστημονική αξία από άρθρα επιστημονικών περιοδικών, καθώς συχνά οι συγγραφείς προσκαλούνται να συμβάλλουν στην έκδοση, που σημαίνει ότι έχουν υψηλή διεθνή αναγνωρισιμότητα. Εργασίες σε τόμους πρακτικών συνεδρίων επίσης υποτιμούνται συχνά, μπορεί όμως να περιέχουν ερευνητικά δεδομένα μεγάλης αξίας. Πέρα από αυτά υπάρχουν και πιο άτυπα προϊόντα έρευνας: πόστερ και παρουσιάσεις από συνέδρια ή εκδηλώσεις, διδακτικό υλικό από παρουσιάσεις και σεμινάρια, αναφορές προγραμμάτων ή ομάδων εργασίας, μνημόνια, αναφορές και άρθρα σε μη επιστημονικά περιοδικά. Προϊόντα επιστημονικής παραγωγής θεωρούνται σήμερα και τα γραφήματα, τα δεδομένα, βίντεο και γενικά οπτικοακουστικό υλικό (Grayson 2009). Η τάση δημοσίευσης των δεδομένων μιας έρευνας, προκειμένου να διευκολυνθεί η επανάληψη και έλεγχος της έρευνας αυτής από άλλους ερευνητές κερδίζει διαρκώς έδαφος. Στους ιστότοπους των πανεπιστημίων, σε προσωπικά ιστολόγια και σε ειδικά διαμορφωμένες ηλεκτρονικές “αποθήκες” δεδομένων και άλλων προϊόντων έρευνας, που αποκαλούνται repositories, βρίσκει κανείς πλέον πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα ερευνητικών δραστηριοτήτων, πληροφορίες και επιστημονικά στοιχεία, όλα διαθέσιμα χωρίς περιορισμούς, με μόνη υποχρέωση τη σωστή αναφορά της πηγής τους (Lynch 2003).

Οι περισσότεροι ερευνητές έχουν στοιχεία που δεν έχουν αξιοποιηθεί, έρευνες που έχουν δώσει δεδομένα και αποτελέσματα που δεν έφτασαν ποτέ στα περιοδικά και τώρα μπορούν να τα προβάλουν. Αυτά τα δεδομένα έχουν μεγάλη αξία και θα πρέπει να συνυπολογιστούν σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ερευνητών ή ιδρυμάτων γίνεται στο μέλλον. Ιδιαίτερη αξία φαίνεται να έχει η προβολή και δημοσιοποίηση των λεγόμενων «αρνητικών αποτελεσμάτων» (negative results). Πρόκειται για αποτελέσματα ερευνητικών προσπαθειών που δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα. Συνήθως θεωρούνται αποτυχίες και δεν δημοσιεύονται. Αν πρόκειται για μια απλή επιβεβαίωση κάποιου κανόνα και δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τα περιοδικά της λίστας του IF συχνά μένουν ξεχασμένα σε κάποιον υπολογιστή. Είναι όμως σημαντικά. Ακόμα και αν πρόκειται για αποτυχία ενός ερευνητικού πειράματος, θα οδηγήσει άλλους ερευνητές στην αποφυγή της αποτυχίας αυτής. Η ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη με παραδείγματα αρνητικών αποτελεσμάτων που ωφέλησαν την πρόοδο της επιστήμης (Piwowar 2013). Πολλά σύγχρονα περιοδικά ανοιχτής πρόσβασης και repositories προσκαλούν τους ερευνητές να δημοσιεύουν αρνητικά αποτελέσματα.

Νέες τάσεις  και προοπτικές

Ο χώρος της επιστημονικής δημοσίευσης αλλάζει τα τελευταία χρόνια με μεγάλους ρυθμούς. Την αλλαγή αυτή έφερε η τεχνολογική έκρηξη του διαδικτύου, η υπερβολική αύξηση του αριθμού των επιστημονικών περιοδικών και των εργασιών που υποβάλλονται για κρίση, αλλαγές στην κοινωνία και στο χώρο της εκπαίδευσης και ιδιαίτερα η διαπίστωση ότι το παρόν σύστημα είναι προβληματικό, δεν είναι δίκαιο και δεν προάγει την επιστήμη.

Οι εξελίξεις στις επιστημονικές δημοσιεύσεις περιλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό την άνοδο και καθιέρωση των περιοδικών ανοιχτής πρόσβασης, την κρίση εργασιών με έμφαση στην ορθότητα των μεθόδων και όχι στο αντικείμενο ή στο ενδιαφέρον που αυτό παρουσιάζει (π.χ. PLOS, Peer-J), την κρίση από επώνυμους κριτές ή την κρίση μετά τη δημοσίευση, ιδρυματικές ιστοσελίδες, ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες και repositories (figshare, researchgate, arXiv), πολλαπλές μορφές του ίδιου άρθρου με διαφορετικά media, την καλύτερη ενημέρωση των συγγραφέων σχετικά με ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας, την αρχειοθέτηση και διατήρηση ερευνητικών αποτελεσμάτων σε ειδικούς ιστοχώρους και άλλα. Έδαφος κερδίζουν και νέα εργαλεία που ως τώρα χρησίμευαν στην εκλαϊκευμένη και καθημερινή διακίνηση πληροφοριών, όπως τα ιστολόγια (blogs), ιστοσελίδες ιδρυμάτων ή ερευνητών, κοινωνικά δίκτυα (facebook, twitter), και άλλα. Αυτά τα νεότερα εργαλεία επικοινωνίας επιταχύνουν την άμεση επικοινωνία μεταξύ των μελών της επιστημονικής κοινότητας και τείνουν να παρακάμψουν τα επιστημονικά περιοδικά (Piwowar 2013). Φυσικά τα περιοδικά αυτά δεν πρόκειται ποτέ να εκλείψουν. Αντίθετα αναμένεται να αλλάξουν σιγά σιγά ρόλο και να λειτουργήσουν σε αρμονία με τις νέες τεχνολογίες.

Το ερώτημα παραμένει αν η ακαδημαϊκή κοινοποίηση των πληροφοριών θα γίνει πιο δίκαιη με τη βοήθεια των νέων αυτών εργαλείων. Σίγουρα μπορεί να γίνει πιο ανοικτή και πιο εναλλακτική. Για να γίνει όμως πιο δίκαιη πρέπει να αλλάξει το ίδιο το ακαδημαϊκό σύστημα και κυρίως ο τρόπος αξιολόγησης νέων επιστημόνων και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Οι νέοι τρόποι κοινοποίησης της έρευνας δεν διαφυλάσσουν έναν νέο επιστήμονα από μια δυσμενή κρίση στο μέλλον, αφού οι όποιοι κριτές βρεθούν στο δρόμο του θα μετρήσουν απλά τον IF των περιοδικών των εργασιών του σε μια προσπάθεια ποσοτικοποίησης της αξίας του. Για να αλλάξει το σύστημα που κυριαρχεί σήμερα και να αντιμετωπιστεί ο ακαδημαϊκός ελιτισμός, πρέπει να αλλάξουν αντιλήψεις, φιλοσοφίες και τρόποι λειτουργίας. Αυτά αλλάζουν δύσκολα και επίπονα. Αλλάζουν δε μόνο από πάνω. Δεν φτάνει να τολμά ένας επιστήμονας να δημοσιεύει τα προϊόντα της εργασίας του χρησιμοποιώντας νέα εργαλεία. Οφείλουν οι ερευνητές των ανώτερων βαθμίδων να τον αξιολογήσουν με βάση το συνολικό του έργο και να προσμετρήσουν όλα του τα αποτελέσματα (Schmidt 2013). Αυτό σίγουρα κάνει μια ακαδημαϊκή κρίση πολύπλοκη, αλλά πιθανόν πιο δίκαιη. Μια τέτοια προσπάθεια έχει ήδη ξεκινήσει με τη διακήρυξη του San Francisco (DOA – Schmidt 2013), όπου οι επιστήμονες καλούνται να δεσμευτούν ότι στο μέλλον δεν θα κρίνουν έναν συνάδερφο, μια ερευνητική πρόταση ή μια χρηματοδότηση μόνο με βάση κάποιους ποσοτικούς δείκτες. Αν η τάση αυτή επικρατήσει, τότε τα σημερινά εργαλεία θα βοηθήσουν σημαντικά σε μια δίκαιη ακαδημαϊκή κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας.


Βιβλιογραφία

Abelson, H. (2008). “Open Access Publishing: The Future of Scholarly Journal Publishing”. ΜΙΤ Faculty Newletter. Vol. XXI No. 2. Ανακτήθηκε στις 12 Αυγούστου 2013 από http://web.mit.edu/fnl/volume/212/abelson.html

Bornmann. L., Marx, W., Gasparyan, A.Y., Kitas, G.D. (2012). “Diversity, value and limitations of the journal impact factor and alternative metrics”. Rheumatology International. 32(7), 1861−1867. doi: 10.1007/s00296

Eysenbach, G. (2006). “Citation advantage of open access articles”. PLoS Biol 4(5): e157. doi:10.1371/journal.pbio.0040157. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2013 από http://www.plosbiology.org/article/info%3Adoi%2F10.1371%2Fjournal.pbio.0040157

Grayson, K. (2009). “5 Trends that Indicate Scholarly Publishing Models are No Longer Sustainable”. Chasing Dragons blog entry. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνλιου 2013 από http://www.chasingdragons.org/2009/08/5-trends-that-indicate-scholarly-publishing-models-are-no-longer-sustainable.html

Hauser, M., Fehr, E. (2007). “An Incentive Solution to the Peer Review Problem”. PLoS Biol 5(4): e107. doi:10.1371/journal.pbio.0050107. Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2013 από http://www.plosbiology.org/article/info:doi/10.1371/journal.pbio.0050107

Ioannidis, J.P.A. (2005). “Why most published research findings are False”. PLoS Med 2(8): e124. doi:10.1371/journal.pmed.0020124. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2013 από http://www.plosmedicine.org/article/info:doi/10.1371/journal.pmed.0020124

Laband, D.N., Piette, M.J. (1994). “Favoritism versus Search for Good Papers: Empirical Evidence Regarding the Behavior of Journal Editors”. Journal of Political Economy Vol. 102, No. 1, pp. 194-203.

Lawrence, S. (2001). “Free online availability substantially increases a paper’s impact”. Nature. 411, 521.

Lynch, C.A. (2003). “Institutional repositories: Essential infrastructure for  scholarship in the digital age”. portal: Libraries and the Academy 3.2 (2003): 327-336. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουνίου 2013 από http://muse.jhu.edu/login?auth=0&type=summary&url=/journals/portal_libraries_and_the_academy/v003/3.2lynch.pdf

Miller, C.T., Harris, J.C. (2004). “Scholarly journal publication: Conflicting agendas for scholars, publishers, and institutions”. Journal of Scholarly Publishing. 35(2), 73-91.

Piwowar, Η. (2013). “Altmetrics: Value all research products”. Nature 493, 159.

Pain, E. (2013). “Interactive Peer Review: For Authors, Potential Downsides”. Science Careers, April 12, 2013. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2013 από http://sciencecareers.sciencemag.org/career_magazine/previous_issues/articles/2013_04_12/caredit.a1300072

Papageorgiou, AC (2013). “Unterkritisch: doing science under adverse conditions…” FGLab blog entry. Ανακτήθηκε στις 2 Μαίου 2013 από https://arilab.wordpress.com/2013/05/02/unterkritisch-doing-science-under-adverse-conditions/

Schmid, S.L. (2013). “Beyond CVs and Impact Factors: An Employer’s Manifesto”. Science Careers, September 03, 2013. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2013 από http://sciencecareers.sciencemag.org/career_magazine/previous_issues/articles/2013_09_03/caredit.a1300186

Seglen, P.O. (1997). “Why the impact factor of journals should not be used for evaluating research”. BMJ 314, 498–502.

Suber, P. (2009). “Knowledge as a public good”. SPARC Open Access Newsletter, issue #139. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουλίου 2013 από http://legacy.earlham.edu/~peters/fos/newsletter/11-02-09.htm

Suber, P. (2012). Open Access. Boston: MIT Press. Available at http://mitpress.mit.edu/sites/default/files/titles/content/9780262517638_Open_Access_PDF_Version.pdf

Symonds, M.R., Gemmell, N.J., Braisher, T.L., Gorringe, K.L., Elgar, M.A. (2006). “Gender Differences in Publication Output: Towards an Unbiased Metric of Research Performance”. PLoS ONE 1(1): e127. doi:10.1371/journal.pone.0000127. Ανακτήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2013 από http://www.plosone.org/article/info:doi/10.1371/journal.pone.0000127

Τhe PLoS Medicine Editors, (2006). “The Impact Factor Game”. PLoS Med 3(6): e291. doi:10.1371/journal.pmed.0030291. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2013 από http://www.plosbiology.org/article/info:doi/10.1371/journal.pbio.0050107

Van Noorden, R. (2010). “Metrics: A profusion of measures”. Nature. 465(7300), 864−866. doi: 10.1038/465864a

Vanclay, J.K. (2012). “Impact Factor: Outdated artefact or stepping-stone to journal certification”. Scientometrics 92, 211–238.

Willinsky, J. (2005). “Scholarly Associations and the Economic Viability of Open Access Publishing”. Open Journal System Demonstration Journal, 1(1). Ανακτήθηκε στις 12 Αυγούστου 2013 από http://works.bepress.com/cgi/viewcontent.cgi?article=1012&context=ir_research

Freeing Animals From Our Evolutionary Traps

Posted: 12/06/2013 by arilab in General

Freeing Animals From Our Evolutionary Traps.